τότε γὰρ τότε τὸν τῆς εἰς ἀλλήλους ἀγάπης ἀποπληροῦντες θεσμὸν, ἑορτὴν ὄντως πνευματικὴν ἐπιτελέσομεν τῷ Σωτῆρι Χριστῷ. τοιγάρτοι καὶ ὁ πάλαι τοῖς Ἰουδαίοις διακελευσθεὶς νόμος ἐν τῇ τοῦ μάννα συγκομιδῇ, οὐ μόνοις αὐτοῖς ἐφίησι συλλέγειν τοὺς τοῦτο πράττειν ἰσχύοντας· “Ἕκαστος γὰρ, φησὶ, καὶ ”τοῖς συσκήνοις ὑμῶν συλλέξατε.” εἰ γάρ τις ἠτόνησε τῶν ὁμοσκήνων αὐτοῖς, οἱ μὴ τοῦτο πεπονθότες, κιχρῶντες ὥσπερ αὐτῷ τὴν ἰδίαν ἰσχὺν, συνεκόμιζον τῷ οἰκείῳ μέτρῳ καὶ τὸ τοῖς ἑτέροις ἀρκοῦν, ἵνα κατὰ τὸ γεγραμμένον, ὁ μὲν τὸ πολὺ μὴ πλεονάσῃ, ὁ δὲ τὸ ἔλαττον μὴ ἐλαττωθῇ. οὕτω γὰρ ἦν, ἀνακράσεως ὥσπερ τινὸς γενομένης, τὸν τῆς ἰσότητος ἅπασι σώζεσθαι λόγον. ἀδικεῖ τοιγαροῦν τὸν ταῖς ἁγίαις ἑορταῖς πρέποντα τύπον, ὁ μὴ τῇ οἰκείᾳ φροντίδι τὴν τῶν δεομένων συναναμιγνύς. εἴη γὰρ ἂν ὄντως ἑορτὴ τελεία τὸ σύναμμα. <Λαβὼν δὲ τὸ ψωμίον εὐθὺς ἐξῆλθεν ἐκεῖνος. ἦν δὲ νύξ.> Δρομαῖος ἄπεισιν ἐπὶ τὸ τῷ διαβόλῳ δοκοῦν, καὶ καθάπερ οἰστρῶν καὶ δεδονημένος τῆς μὲν ἑστίας ἐξάλλεται· κρεῖττον δὲ ὅλως οὐδὲν τῆς φιλοκερδείας ὁρᾷ, καὶ τό γε παράδοξον, οὐδὲν ἐκ τῆς εὐλογίας ὠφελημένον εὑρήσομεν, διὰ τὴν ἐνοῦσαν αὐτῷ δηλονότι δυσκάθεκτον εἰς τὸ χρηματίζεσθαι ῥοπήν. προκεκρατημένος γὰρ τῷ πάθει, καὶ ὁλόκληρον ἑαυτῷ τὸν ἁπάσης ἀνομίας ὠδίνων πατέρα, οὐδὲ ὅποι ποτὲ τρέχει λοιπὸν ὁ δείλαιος διασκέπτεται.
Μετάφραση
Διότι τότε, τότε εκπληρώνοντας τον θεσμό της μεταξύ μας αγάπης, θα τελέσουμε μια πραγματικά πνευματική εορτή στον Σωτήρα Χριστό. Γι' αυτό και ο νόμος που παλαιότερα είχε δοθεί στους Ιουδαίους κατά τη συλλογή του μάννα, δεν επέτρεπε σε όσους είχαν τη δύναμη, να συλλέγουν μόνο για τον εαυτό τους. «Διότι καθένας», λέει, «ας συλλέξει και για όσους μένουν στην ίδια σκηνή με εσάς». Αν δηλαδή κάποιος από τους συγκάτοικούς τους ήταν ανήμπορος, εκείνοι που δεν βρίσκονταν σε αυτή την κατάσταση, δανείζοντας τρόπον τινά τη δική τους δύναμη σε αυτόν, μάζευαν μαζί με το δικό τους μερίδιο και αυτό που αρκούσε για τους άλλους, ώστε, σύμφωνα με το γεγραμμένο, εκείνος που είχε μαζέψει το πολύ να μην έχει περίσσευμα, και εκείνος που είχε μαζέψει το λίγο να μην έχει έλλειψη. Διότι κατ' αυτόν τον τρόπο, σαν να γινόταν μια εξισορρόπηση, διατηρούνταν σε όλους η αρχή της ισότητας. Αδικεί λοιπόν τον χαρακτήρα που αρμόζει στις άγιες εορτές εκείνος που δεν συνενώνει τη φροντίδα των απόρων με τη δική του. Διότι αυτός ο συνδυασμός θα αποτελούσε πράγματι τέλεια εορτή. <Αφού έλαβε λοιπόν το ψωμί, εκείνος βγήκε αμέσως έξω. Ήταν δε νύχτα.> Βιαστικά φεύγει για να κάνει το θέλημα του διαβόλου, και σαν μανιακός και ταραγμένος πετάγεται έξω από το οίκημα· δεν βλέπει τίποτα ανώτερο από τη φιλοχρηματία, και, το παράδοξο είναι, ότι θα τον βρούμε να μην έχει ωφεληθεί καθόλου από την ευλογία, προφανώς λόγω της ακατάσχετης ροπής του προς τον πλουτισμό που φώλιαζε μέσα του. Επειδή ήταν εκ των προτέρων κυριευμένος από το πάθος, έχοντας ολόκληρο μέσα του τον πατέρα που γεννά κάθε ανομία, ο άθλιος δεν εξετάζει καν πού τρέχει πια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες