Ἀλλ᾽ ὅταν ἡμῖν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος κατὰ νοῦν προσλαλῇ, καὶ πικρὰν ἤδη βλέπωμεν τὴν ἐν τούτοις δουλείαν, τότε δὴ τότε τὴν ἐξ ἁπάσης φαυλότητος ἀποδημίαν διψήσαντες, ὥσπερ εἰς τὴν τῆς ἐλευθερίας ἀρχὴν καὶ θύραν ἐπ᾽ αὐτὸν ἐρχόμεθα τὸν Χριστὸν, καὶ τὴν δι᾽ αἵματος τοῦ τιμίου λοιπὸν ἀσφάλειάν τε καὶ χάριν ἐφοδιαζόμενοι, καθάπερ τινὰ θάλασσαν ταραχώδη καὶ συγκεχυμένην, τὰς ἐν τῷδε τῷ βίῳ περιστάσεις ἀφέντες σαρκικὰς, ἔξω τε παντὸς θορύβου γεγονότες κοσμικοῦ, πρὸς ἕξιν ἤδη τὴν ἀϋλοτέραν καὶ καθαρωτέραν ἐρχόμεθα, οἷάπερ εἰς ἔρημον καταλύοντες χῶρον. ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἀγύμναστος εἰς ἀρετὴν ὁ διὰ νόμου πρὸς αὐτὴν παιδαγωγούμενος, ὅταν ἐν τούτοις ἤδη γεγόνοτες εὑρισκώμεθα, τότε τοῖς δοκιμάζουσι περιπίπτοντες πειρασμοῖς, ὑπομνήσει τῇ τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν ἔσθ᾽ ὅτε καταδακνόμεθα, εἶτα πολὺ λίαν ἡμᾶς καταπυρούσης τῆς ἐπιθυμίας, καταβοῶμεν ἐξ ἀκηδίας πολλάκις, καίτοι πρὸς ἐλευθερίαν ἀνακεκληκότος ἡμᾶς τοῦ θείου νόμου, ἐν λιμῷ δὲ ὥσπερ γεγονότες τῶν ἀρχαιοτέρων καὶ κατειθισμένων ἡμῖν ἡδονῶν, καὶ πρὸς πόνους ἤδη τοὺς ἐπὶ ταῖς ἐγκρατείαις ὀλιγωρήσαντες, οὐκέτι φαύλην ὁρῶμεν τὴν ἐν κόσμῳ δουλείαν. καὶ γὰρ ὄντως ἱκανὸν τὸ ἐν τῇ σαρκὶ θέλημα πρὸς ἅπασαν ὀλιγοψυχίαν τὴν ἐπ᾽ ἀγαθοῖς ἑλκῦσαι τὸν νοῦν. “Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν Ἰδοὺ ἐγὼ ὕω ὑμῖν ἄρτους ”ἐκ τοῦ οὐρανοῦ.”
Μετάφραση
Αλλά όταν ο νόμος του Θεού μάς μιλάει νοερά, και βλέπουμε πλέον ως πικρή τη δουλεία σε αυτά, τότε ακριβώς, έχοντας διψάσει την απομάκρυνση από κάθε φαυλότητα, ερχόμαστε στον ίδιο τον Χριστό σαν σε αρχή και θύρα της ελευθερίας, και εφοδιαζόμενοι πλέον με την ασφάλεια και τη χάρη διά του τιμίου αίματος, αφήνοντας τις σαρκικές περιστάσεις αυτού του βίου σαν κάποια ταραχώδη και συγχυσμένη θάλασσα, και βρισκόμενοι έξω από κάθε κοσμικό θόρυβο, προχωρούμε πλέον προς την πιο άυλη και καθαρή κατάσταση, σαν να καταλύουμε σε έρημο τόπο. Επειδή όμως δεν είναι αγύμναστος στην αρετή εκείνος που παιδαγωγείται προς αυτήν μέσω του νόμου, όταν πλέον βρεθούμε σε αυτή την κατάσταση, τότε, περιπίπτοντας σε πειρασμούς που μας δοκιμάζουν, κάποιες φορές κατατρυχόμαστε από την ανάμνηση των σαρκικών επιθυμιών. Έπειτα, καθώς η επιθυμία μάς καταφλέγει πάρα πολύ, πολλές φορές διαμαρτυρόμαστε έντονα εξαιτίας της ακηδίας, παρόλο που ο θείος νόμος μάς έχει καλέσει προς την ελευθερία, και βρισκόμενοι σαν σε λιμό από τις παλαιότερες και συνηθισμένες σε εμάς ηδονές, και έχοντας πλέον ολιγωρήσει απέναντι στους κόπους της εγκράτειας, δεν βλέπουμε πια ως φαύλη τη δουλεία στον κόσμο. Διότι, πράγματι, το σαρκικό θέλημα είναι ικανό να παρασύρει τον νου σε κάθε ολιγοψυχία απέναντι στα αγαθά. «Είπε δε ο Κύριος προς τον Μωυσή: Ιδού, εγώ βρέχω για εσάς άρτους από τον ουρανό».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες