Αἱ δὲ χεῖρες Μωσῆ βαρεῖαι, καὶ λαβόντες λίθον ἐπέθηκαν ὑπ᾽ αὐτὸν, καὶ ἐκάθητο ἐπ᾽ αὐτοῦ, καὶ Ἀαρὼν, καὶ Ὣρ ἐστήριζον τὰς χεῖρας αὐτοῦ, ἐντεῦθεν εἷς, καὶ ἐντεῦθεν εἷς· καὶ ἐγίνοντο αἱ χεῖρες Μωσῇ ἐστηριγμέναι ἕως δυσμῶν ἡλίου· καὶ ἐτρέψατο Ἰησοῦς τὸν Ἀμαλὴκ, καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν φόνῳ μαχαίρας. Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωσῆν· Κατάγραψον τοῦτο εἰς μνημόσυνον ἐν βιβλίῳ, καὶ δὸς εἰς τὰ ὦτα Ἰησοῦ, ὅτι ἀλοιφῇ ἐξαλείψω τὸ μνημόσυνον Ἀμαλὴκ ἐκ τῆς ὑπὸ τὸν οὐρανόν. Καὶ ᾠκοδόμησε Μωσῆς θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Κύριος καταφυγή μου, ὅτι ἐν χειρὶ κρυφαίᾳ πολεμεῖ Κύριος ἐπὶ Ἀμαλὴκ ἀπὸ γενεῶν εἰς γενεάς.» ΠΑΛΛ. Καὶ τίς ἂν γένοιτο τῶν γεγραμμένων ὁ νοῦς; συνίημι γὰρ οὐ σφόδρα. ΚΥΡ. Καὶ μὴν, ὡς ἐγᾦμαι, χαλεπὸν οὐδὲν τοῖς ἐθέλουσιν ἰδεῖν· προσταττόμενον γὰρ ὑπὸ Μωσέως ἐννοήσας Ἰησοῦν, τί ἂν ἕτερον ὑποτοπήσαι τις ἂν, ἢ ἐκεῖνό που πάντως, ὅτι Θεὸς ὢν ὁ Λόγος, γέγονεν ὑπὸ νόμον, κατά γε τὸ τῆς ἀνθρωπότητος σχῆμα, καὶ ὑπετάχθη τρόπον τινὰ ταῖς διὰ Μωσέως ἐντολαῖς κατὰ διαφόρους τρόπους, ὧδε μὲν ὑπομένων τὴν κατὰ σάρκα περιτομὴν, ὧδε δὲ τὰ δίδραχμα τελῶν, καὶ τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον συγκαθιστάμενος, λέγων τε σαφῶς· «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, ἀλλὰ πληρῶσαι.»
Μετάφραση
Επειδή τα χέρια του Μωυσή ήταν βαριά, πήραν έναν λίθο και τον έβαλαν κάτω από αυτόν, και κάθισε πάνω του, και ο Ααρών και ο Ωρ στήριζαν τα χέρια του, ένας από τη μία πλευρά και ένας από την άλλη· και τα χέρια του Μωυσή έμειναν στηριγμένα μέχρι τη δύση του ηλίου. Και ο Ιησούς κατατρόπωσε τον Αμαλήκ και όλο τον λαό του με σφαγή μαχαιριού. Είπε δε ο Κύριος στον Μωυσή: «Κατάγραψέ το αυτό για ενθύμηση σε βιβλίο, και ανάγγειλέ το στα αυτιά του Ιησού, ότι θα εξαλείψω εντελώς τη μνήμη του Αμαλήκ κάτω από τον ουρανό». Και ο Μωυσής έχτισε θυσιαστήριο στον Κύριο και το ονόμασε: Ο Κύριος είναι καταφυγή μου, επειδή με κρυφό χέρι πολεμά ο Κύριος τον Αμαλήκ από γενεά σε γενεά.» ΠΑΛΛ. Και ποιο μπορεί να είναι το νόημα αυτών που γράφτηκαν; Γιατί δεν τα κατανοώ και πολύ. ΚΥΡ. Και όμως, όπως νομίζω, δεν είναι καθόλου δύσκολο για όσους θέλουν να δουν. Διότι, όταν αναλογιστείς τον Ιησού να δέχεται προσταγές από τον Μωυσή, τι άλλο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, παρά βεβαίως εκείνο, ότι δηλαδή ο Λόγος, ο οποίος είναι Θεός, βρέθηκε υπό τον νόμο, τουλάχιστον ως προς το σχήμα της ανθρωπότητάς Του, και υποτάχθηκε κατά κάποιον τρόπο στις εντολές του Μωυσή με διάφορους τρόπους, υπομένοντας από τη μία πλευρά την κατά σάρκα περιτομή, και από την άλλη πληρώνοντας τα δίδραχμα, και συμπεριφερόμενος προς όσους ήταν υπό τον νόμο σαν να ήταν και ο ίδιος υπό τον νόμο, λέγοντας μάλιστα με σαφήνεια: «Δεν ήρθα για να καταργήσω τον νόμο, αλλά για να τον εκπληρώσω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες