Σεσίγηται δὲ καὶ ἐν τοῖς ἱεροῖς Γράμμασιν οἰκονομικῶς ὁ Μωσέως πατήρ. Καὶ γὰρ ἐνὸν εἰπεῖν· Ὁ δεῖνα τυχὸν ἔλαβεν ἐκ τῶν θυγατέρων Λευΐ· τὸ δὲ, «Ἦν τις,» φησὶν, ὅτι καὶ ἀπάτωρ τὸ κατὰ σάρκα Χριστὸς πλαγίως ὑποδηλῶν, πλὴν ἐν ὑποψίᾳ γέγονε πατήρ· ἐνομίζετο γὰρ υἱὸς εἶναι Ἰωσήφ. «Ἀλλ᾽ ἦν ἀστεῖον, φησὶ, τὸ παιδίον.» Καὶ γὰρ «ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων» ὠνόμασταί τε καὶ ἔστι Χριστός. Ἐπεφώνει δὲ αὐτῷ καὶ ἑτέρωθί που πάλιν ὁ θεσπέσιος Δαβίδ· «Περίζωσαι τὴν ῥομφαίαν σου ἐπὶ τὸν μηρόν σου, δυνατὲ τῇ ὡραιότητί σου καὶ τῷ κάλλει σου.» Νοητέον δὲ ὅτι τὸ κάλλος τὸ ὡς ἐν δόξῃ τε, φημὶ, καὶ φύσει τῆς ὑπὲρ πάντα θεότητος οὐκ ἂν ἐνδοιάσειέ τις· οὐ γὰρ δή που τὰ σαρκὸς αὐχήματα περιθείη τις αὐτῷ Χριστῷ, καὶ εἰς δόξαν αὐτοῦ καταλογιεῖται, πολλοῦ γε δεῖ. Κένωσις γὰρ αὐτῷ καὶ ταπείνωσις τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας ὅλον ἐστὶ τὸ μυστήριον. Γράφει δέ που καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας περὶ αὐτοῦ· «Καὶ εἴδομεν αὐτὸν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος, οὐδὲ κάλλος,» ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον, ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ οὐ δή πού φαμεν, ὅτι τῶν τῆς θεότητος αὐχημάτων ὁ τοῦ προφήτου καταγορεύει λόγος, ἐκεῖνο δὲ μᾶλλον ἀναπείθει νοεῖν, ὅτι τῇ τῆς θεότητος δόξῃ συγκρινόμενα τὰ σαρκὸς, οὐδενὸς ἄξια φανεῖται λόγου. Ἐν εἴδει γὰρ πέφηνεν ὁ Υἱὸς τῷ λίαν ἀκαλλεστάστῳ.
Μετάφραση
Έχει αποσιωπηθεί στις Ιερές Γραφές κατά θεία οικονομία ο πατέρας του Μωυσή. Διότι, ενώ ήταν δυνατόν να ειπωθεί: «Ο τάδε, ας πούμε, πήρε γυναίκα από τις θυγατέρες του Λευί», αντ' αυτού λέει «Υπήρχε κάποιος», υποδηλώνοντας έτσι εμμέσως ότι και ο Χριστός ήταν χωρίς πατέρα κατά σάρκα, αν και υπήρξε πατέρας κατά την υπόληψη των ανθρώπων· διότι νομιζόταν ότι ήταν γιος του Ιωσήφ. «Αλλά ήταν χαριτωμένο», λέει, «το παιδί». Διότι ο Χριστός ονομάστηκε και είναι «ωραιότερος στο κάλλος από τους γιους των ανθρώπων». Και ο θεσπέσιος Δαβίδ κάπου αλλού πάλι απευθύνεται σε Αυτόν λέγοντας: «Ζώσου τη ρομφαία σου στον μηρό σου, δυνατέ, με την ωραιότητά σου και το κάλλος σου». Πρέπει δε να νοηθεί, και κανείς δεν θα αμφέβαλλε, ότι το κάλλος αυτό αναφέρεται στη δόξα και στη φύση της υπεράνω πάντων θεότητας· διότι βεβαίως κανείς δεν θα απέδιδε στον ίδιο τον Χριστό τα καυχήματα της σάρκας, ούτε και θα τα λογάριαζε προς δόξαν Του, κάθε άλλο. Διότι ολόκληρο το μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας είναι γι' Αυτόν κένωση και ταπείνωση. Γράφει κάπου και ο προφήτης Ησαΐας για Αυτόν: «Και Τον είδαμε, και δεν είχε είδος ούτε κάλλος», αλλά η όψη Του ήταν άδοξη, υστερώντας από όλους τους γιους των ανθρώπων. Και βεβαίως δεν λέμε ότι ο λόγος του προφήτη κατακρίνει τα μεγαλεία της θεότητας, αλλά μάλλον μας πείθει να κατανοήσουμε ότι τα χαρακτηριστικά της σάρκας, όταν συγκρίνονται με τη δόξα της θεότητας, θα φανούν εντελώς ανάξια λόγου. Διότι ο Υιός εμφανίστηκε με μορφή που στερούνταν εντελώς κάθε κάλλος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες