Παραγενόμεναι δὲ, ἤντλουν ἕως ἔπλησαν τὰς δεξαμενὰς, ποτίσαι τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτῶν Ἰοθόρ. Παραγενόμενοι δὲ οἱ ποιμένες, ἐξέβαλον αὐτάς. Ἀναστὰς δὲ Μωσῆς, ἐρύσατο αὐτὰς, καὶ ἐπότισε τὰ πρόβατα τοῦ πατρὸς αὐτῶν. Παρεγένοντο δὲ πρὸς Ἰοθὸρ τὸν πατέρα αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐταῖς· Τί ὅτι ἐταχύνατε τοῦ παραγενέσθαι σήμερον; Αἱ δὲ εἶπον· Ἄνθρωπος Αἰγύπτιος ἐῤῥύσατο ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ποιμένων, καὶ ἤντλησεν ἡμῖν, καὶ ἐπότισε τὰ πρόβατα.
Μετάφραση
Όταν έφτασαν, άρχισαν να αντλούν νερό μέχρι που γέμισαν τις δεξαμενές, για να ποτίσουν τα πρόβατα του πατέρα τους, του Ιοθόρ. Όταν όμως κατέφθασαν οι βοσκοί, τις έδιωξαν. Τότε ο Μωυσής σηκώθηκε, τις προστάτευσε και πότισε τα πρόβατα του πατέρα τους. Έπειτα, εκείνες επέστρεψαν στον Ιοθόρ, τον πατέρα τους. Εκείνος τους είπε: «Πώς και επιστρέψατε τόσο γρήγορα σήμερα;» Και αυτές απάντησαν: «Ένας Αιγύπτιος μας έσωσε από τους βοσκούς, άντλησε νερό για εμάς και πότισε τα πρόβατα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες