Ἡ δὲ εἶπε· Πορεύου. Ἀπελθοῦσα δὲ ἡ νεᾶνις ἐκάλεσε τὴν μητέρα τοῦ παιδίου. Εἶπε δὲ αὐτῇ ἡ θυγάτηρ Φαραώ· Διατήρησόν μοι τὸ παιδίον τοῦτο, καὶ θήλασόν μοι αὐτὸ, ἐγὼ δὲ δώσω σοι τὸν μισθόν. Ἔλαβε δὲ ἡ γυνὴ τὸ παιδίον, καὶ ἐθήλασεν αὐτόν. Ἀνδρυνθέντος δὲ ἤδη τοῦ παιδίου, εἰσήγαγεν αὐτὸ πρὸς τὴν θυγατέρα Φαραὼ, καὶ ἐγενήθη αὐτῇ εἰς υἱόν. Ἐπωνόμασε δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Μωσῆς, λέγουσα· Ἐκ τοῦ ὕδατος ἀνειλόμην αὐτόν.» Ἐπειδὴ γὰρ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ἠλέει λοιπὸν τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν, ἀνοσίῳ τυράννῳ καὶ ὠμοτάτῳ λῃστῇ θητεύουσαν, τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἀλλ᾽ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν. Ἐν μορφῇ γὰρ ὑπάρχων καὶ ἰσότητι τῇ πρὸς αὐτὸν, ὁ ἐξ αὐτοῦ τε καὶ ἐν αὐτῷ κατὰ φύσιν Υἱὸς, καθεὶς ἑαυτὸν εἰς κένωσιν, γέγονε καθ᾽ ἡμᾶς, ὥς φησιν ὁ σοφὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν.» Ἀπεστάλη γὰρ, ὡς αὐτός πού φησιν, «εἰς τὰ ἀπολωλότα πρόβατα οἴκου Ἰσραήλ·» ἀλλ᾽ «οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.» Τοιγάρτοι καὶ λίαν ἐπῃτιᾶτο αὐτοὺς διὰ φωνῆς Ἡσαΐου λέγων· «Ἄκουε, οὐρανὲ, καὶ ἐνωτίζου, ἡ γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· Υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν. Ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον, καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω, καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκε.»
Μετάφραση
Εκείνη δε είπε: «Πήγαινε». Αφού έφυγε η νεαρή, κάλεσε τη μητέρα του παιδιού. Η κόρη του Φαραώ της είπε: «Φύλαξέ μου αυτό το παιδί και θήλασέ το για μένα, και εγώ θα σου δώσω τον μισθό σου». Η γυναίκα πήρε το παιδί και το θήλασε. Όταν το παιδί μεγάλωσε, το έφερε στην κόρη του Φαραώ και έγινε γιος της. Τον ονόμασε Μωυσή, λέγοντας: «Τον έβγαλα από το νερό». Επειδή λοιπόν ο Θεός και Πατέρας σπλαγχνιζόταν πλέον την οικουμένη, που ήταν υποδουλωμένη σε ανόσιο τύραννο και ωμότατο ληστή, δεν λυπήθηκε τον ίδιο του τον Υιό, όπως είναι γραμμένο, αλλά τον παρέδωσε για χάρη όλων μας. Διότι, ενώ υπήρχε στη μορφή του Θεού και ήταν ίσος με Αυτόν, ο κατά φύσιν Υιός που προέρχεται από Αυτόν και βρίσκεται μέσα σε Αυτόν, υποβιβάζοντας τον εαυτό του σε κένωση, έγινε σαν κι εμάς, και όπως λέει ο σοφός ευαγγελιστής Ιωάννης, «ήλθε στα δικά του». Στάλθηκε δηλαδή, όπως λέει και ο ίδιος κάπου, «στα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ»· αλλά «οι δικοί του δεν τον δέχθηκαν». Γι' αυτό και τους κατηγορούσε έντονα μέσω της φωνής του Ησαΐα λέγοντας: «Άκουε, ουρανέ, και δώσε προσοχή, γη, διότι ο Κύριος μίλησε· γέννησα και ύψωσα υιούς, αλλά αυτοί με αθέτησαν. Το βόδι γνώρισε το αφεντικό του, και το γαϊδούρι τη φάτνη του κυρίου του, ο Ισραήλ όμως δεν με γνώρισε, και ο λαός μου δεν με κατάλαβε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες