Καὶ γοῦν προσίεσαν μὲν οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τῷ Σωτῆρι λέγοντές ποτε· »Διὰ τί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουσι τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν, ὅταν τὸν ἄρτον ἐσθίουσιν. Ὁ δὲ πρὸς αὐτούς· Διὰ τί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν; Ὁ γὰρ Θεὸς εἶπεν, Τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ, ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα, θανάτῳ τελευτάτω· ὑμεῖς δὲ λέγετε, Ὃς ἂν εἴπῃ τῷ πατέρι ἢ μητέρι, Δῶρον, ὃ ἂν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς, οὐ μὴ τιμήσει τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράβασιν ὑμῶν.» Ὁρᾷς ἐν τούτοις τῆς Ἰουδαϊκῆς καπηλείας σαφῆ τὰ ἐγκλήματα; ταῖς γὰρ οἰκείαις παραδόσεσιν ἕπεσθαι δεῖν ἐθέλοντες, ἀκύρους ἀπέφαινον τοὺς τοῦ Θεοῦ νόμους. Ὑποπλαττόμενοι μὲν ἐξηγεῖσθαι καὶ αὐτοὺς, συνεισφέροντες δὲ παραδόσεις ἑώλους καὶ ψυχράς. Αἰτιᾶται δὲ τοὺς ἄρχοντας, ὡς πολὺ νοσοῦντας τὸ ἐξήνιον, καὶ γαῦρον ὥσπερ ἀνατείνοντας τὸν αὐχένα, καὶ ἀπειθεῖν ᾑρημένους.
Μετάφραση
Και λοιπόν, πλησίασαν κάποτε οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι τον Σωτήρα λέγοντας: «Γιατί οι μαθητές σου παραβαίνουν την παράδοση των πρεσβυτέρων; Διότι δεν πλένουν τα χέρια τους, όταν τρώνε ψωμί». Εκείνος δε τους απάντησε: «Γιατί και εσείς παραβαίνετε την εντολή του Θεού εξαιτίας της παράδοσής σας; Διότι ο Θεός είπε, Τίμα τον πατέρα και τη μητέρα, και, όποιος κακολογεί τον πατέρα ή τη μητέρα, ας τιμωρείται με θάνατο. Εσείς όμως λέτε, Όποιος πει στον πατέρα ή τη μητέρα, Είναι αφιέρωμα στον Θεό ό,τι θα μπορούσες να ωφεληθείς από εμένα, τότε δεν θα τιμήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του· και έτσι ακυρώσατε την εντολή του Θεού εξαιτίας της παράβασής σας». Βλέπεις σε αυτά ξεκάθαρα τα εγκλήματα της ιουδαϊκής καπηλείας; Διότι, επειδή ήθελαν να ακολουθούν τις δικές τους παραδόσεις, καθιστούσαν άκυρους τους νόμους του Θεού. Υποκρινόμενοι μεν ότι τους ερμηνεύουν, εισάγοντας όμως παραδόσεις παρωχημένες και ψυχρές. Κατηγορεί δε τους άρχοντες, ότι πάσχουν βαριά από απειθαρχία, και υψώνουν τον αυχένα με αλαζονεία, έχοντας επιλέξει να απειθούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες