Πεποίηται γὰρ ὁ ἄνθρωπος ἐν ἀρχαῖς εἰς ψυχὴν ζῶσαν, ἐνιέντος αὐτῷ τοῦ Θεοῦ πνοὴν ζωῆς· γέγραπται γὰρ ὡδί. Καταγράψομεν γὰρ, καθάπερ ἐγᾦμαι, τὸ ἄναλκι τῆς τὰ πάντα ζωογονούσης ζωῆς, εἰ τὸ πρὸς αὐτῆς γεγονὸς εἰς ζωὴν, συνδιόλλυσθαί φαμεν τοῖς προσκαίροις σώμασι. Συνέσει δὲ τῇ παγκάλῳ στέψομεν, ἀθάνατον εἶναι πιστεύοντες, δοκοῦν ὧδε ἔχειν αὐτὴν τῷ πάντων Δημιουργῷ, ἐν ᾧ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν. Καὶ οὗτος, οἶμαί που, τῆς νομοθεσίας τῆς ἐπὶ τῷδε λόγος. Ἴωμεν δὲ καὶ ἐφ᾽ ἕτερα δικαιώματα τῆς σκηνῆς. Ἔφη τοίνυν ὁ Θεὸς ἐν τῇ Ἐξόδῳ, «Οὐ σφάξεις ἐπὶ ζύμῃ αἷμα θυσιάσματός μου.» Ἄζυμον ἔστω, φησὶ, τὸ προχεόμενον αἷμα, καὶ ὑπὲρ τοῦ προσκεκομισμένου εἰς θυσίαν τῷ Θεῷ, ζύμης αὐτῷ δηλονότι ἤτοι σεμιδάλεως ἐζυμωμένης, οὐκ ἐπενηνεγμένης· χρὴ γὰρ ἡμᾶς ἐκκεκαθαρμένους καὶ ἀζύμους ὥσπερ ὑπάρχοντας, τοῦτ᾽ ἔστι, τὴν ἐκ φαυλότητος καὶ πονηρίας οἱονεί πως ἐπιπλοκὴν, εἰς νοῦν οὐκ ἔχοντας, καθιεροῦν τῷ Θεῷ τὰς ἑαυτῶν ψυχὰς, ὧν εἰς τύπον τὸ αἷμα· νέον δὲ φύραμα καὶ ἀζύμους ἐκάλει καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος, τοὺς εἰλικρινῆ καὶ ἀθόλωτον, καὶ ἀσυμμιγῆ φαυλότητος τὴν οἰκείαν τηροῦντας ψυχὴν, διὰ πίστεως δὲ δηλονότι τῆς εἰς Χριστὸν, καὶ ἀγάπης ὁλοτελοῦς. Ἀλλ᾽ «Οὐδὲ μὴ κοιμηθῇ, φησὶ, στέαρ τῆς ἑορτῆς μου, ἕως πρωΐ,» τοῦτ᾽ ἔστι, χθιζὸν οὐκ ἀνοίσεις στέαρ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας.
Μετάφραση
Διότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε στην αρχή ως ζωντανή ψυχή, αφού ο Θεός ενέπνευσε σε αυτόν πνοή ζωής· διότι έτσι έχει γραφτεί. Επειδή θα αποδώσουμε, νομίζω, αδυναμία στη ζωή που ζωογονεί τα πάντα, εάν πούμε ότι αυτό που δημιουργήθηκε από αυτήν για να ζει, χάνεται μαζί με τα πρόσκαιρα σώματα. Θα την στεφανώσουμε όμως με υπέρτατη σύνεση, πιστεύοντας ότι είναι αθάνατη, επειδή έτσι φάνηκε καλό για αυτήν στον Δημιουργό των πάντων, μέσα στον οποίο ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε. Και αυτός, νομίζω, είναι ο λόγος της νομοθεσίας γι' αυτό το ζήτημα. Ας προχωρήσουμε όμως και σε άλλες διατάξεις της σκηνής. Είπε λοιπόν ο Θεός στην Έξοδο: «Δεν θα προσφέρεις μαζί με ζύμη το αίμα της θυσίας μου.» Άζυμο ας είναι, λέει, το αίμα που χύνεται, και για ό,τι προσφέρεται ως θυσία στον Θεό, να μην προστίθεται βέβαια σε αυτό ζύμη ή ζυμωμένο σιμιγδάλι· διότι πρέπει εμείς, όντας καθαρισμένοι και σαν άζυμοι, δηλαδή μη φέροντας στον νου μας καμία πρόσμιξη από φαυλότητα και πονηρία, να αφιερώνουμε στον Θεό τις ψυχές μας, των οποίων τύπος είναι το αίμα. Νέο φύραμα και άζυμους αποκαλούσε και ο θεσπέσιος Παύλος αυτούς που διατηρούν την ψυχή τους ειλικρινή, αθόλωτη και αμιγή από φαυλότητα, προφανώς διαμέσου της πίστεως στον Χριστό και της ολοκληρωτικής αγάπης. Αλλά «Ούτε θα παραμείνει κατά τη διάρκεια της νύχτας, λέει, το λίπος της εορτής μου, μέχρι το πρωί», δηλαδή, δεν θα προσφέρεις χθεσινό λίπος για οσμή ευωδίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες