Καὶ ὧδε μὲν ἡμῖν ἐχέτω ταυτὶ, καὶ ἀποχρῶν ἔστω ὁ λόγος. Ἀτὰρ δὴ τοῖς εἰς τὸ κρίνειν ἑτέρους ἠγμένοις, καὶ εἰς τὸν τοῖς δικάζουσι πρέποντα θῶκον, ἐπεφώνει πάλιν ὁ νόμος· «Οὐ παραδέξῃ ἀκοὴν ματαίαν,» τοῦτ᾽ ἔστι, λόγον ψευδῆ καὶ συκοφαντίας ἔμπλεω· «Οὐ προστεθήσῃ μετὰ πλήθους ἐκκλῖναι μετὰ πλειόνων, ὥστε ἐκκλῖναι κρίσιν.» Καὶ πάλιν μεθ᾽ ἕτερα· «Οὐ διαστρέψεις κρῖμα πένητος ἐν κρίσει αὐτοῦ, ἀπὸ παντὸς ῥήματος ἀδίκου ἀποστήσῃ.» Πρέποι γὰρ ἂν ὅτι μάλιστά γε, τὸ ἀνεπίληπτον ἐν λόγοις τοῖς τοῦ δικάζειν κυρίοις, καὶ ὀρθοεπεῖν ἀνάγκη τὸν ἐφ᾽ ἑκάστῳ τῶν κατηγορουμένων ψηφορεῖν ὀφείλοντα τὸ τῷ νομοθέτῃ δοκοῦν. Ἐπενήνεκται δὲ χρησίμως καὶ τὸ, «Πένητα οὐκ ἐλεήσεις ἐν κρίσει.» Πρόχειρον γάρ τι χρῆμα καὶ προαλὲς, παρά γε τοῖς κρίνουσι τὸ ἐπ᾽ ἄμφω βλέπειν, ὅτε μὴ πλούσιος ὁ κρινόμενος, καὶ εὐκατάτροχον κομιδῆ πρὸς πλεονεξίαν, ἀνὴρ πενίᾳ κατηχθισμένος· ἔχει δὲ οὐκ ἀνικάνως ἔσθ᾽ ὅτε καὶ πρός γε τὸ δύνασθαι τὸν τοῦ δικαίου καταβιάσασθαι λόγον, καλῶν εἰς ἔλεον τοὺς τῶν δικαζόντων ἁπαλωτέρους. Ἐξείργει δὴ οὖν ὁ νόμος καὶ τοῦ πλεονεκτεῖσθαι δεῖν καὶ τοῦ κατοικτείρειν τοὺς ἐν ἐνδείᾳ καὶ ἀθλιότητι, τῆς δικαιοκρισίας τὸ κάλλος τηρῶν ἀπαράφθορον, καὶ τῆς ἰσότητος πρύτανιν πανταχῆ τὸν δικάζοντα τιθείς· «Δικαίως γὰρ τὸ δίκαιον διώξεις,» φησίν.
Μετάφραση
Και ας παραμείνουν λοιπόν αυτά ως εδώ για εμάς, και ας είναι επαρκής ο λόγος. Όμως, προς εκείνους που έχουν κληθεί στο να κρίνουν άλλους και στο αξίωμα που αρμόζει στους δικαστές, ο νόμος πάλι διακήρυσσε: «Δεν θα δεχθείς μάταιη φήμη», δηλαδή λόγο ψευδή και γεμάτο συκοφαντία. «Δεν θα συνταχθείς με το πλήθος για να παρεκκλίνεις μαζί με τους πολλούς, ώστε να διαστρέψεις την κρίση». Και πάλι, μετά από άλλα: «Δεν θα διαστρέψεις το δίκαιο του φτωχού κατά την κρίση του, από κάθε άδικο λόγο θα απέχεις». Διότι θα ταίριαζε πάρα πολύ το να είναι κανείς ακατηγόρητος στους λόγους του, για εκείνους που έχουν την εξουσία να δικάζουν, και είναι ανάγκη να εκφέρει ορθή κρίση αυτός που οφείλει να αποφασίζει για τον καθένα από τους κατηγορουμένους σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη. Έχει δε προστεθεί ωφέλιμα και το εξής: «Δεν θα ελεήσεις τον φτωχό κατά την κρίση». Διότι είναι εύκολο και ευεπίφορο στους δικαστές το να μεροληπτούν, όταν ο κρινόμενος δεν είναι πλούσιος, καθώς ο άνθρωπος που βαρύνεται από τη φτώχεια είναι εντελώς ευάλωτος στην εκμετάλλευση· είναι όμως αρκετά ικανός ορισμένες φορές στο να μπορεί να εκβιάσει τον λόγο της δικαιοσύνης, προκαλώντας τον οίκτο των πιο ευαίσθητων δικαστών. Αποκλείει λοιπόν ο νόμος και το να αδικούνται και το να δέχονται αδικαιολόγητο οίκτο όσοι βρίσκονται σε ένδεια και αθλιότητα, διατηρώντας το κάλλος της δίκαιης κρίσης αδιάφθορο, και καθιστώντας τον δικαστή παντού εγγυητή της ισότητας· «Διότι δίκαια θα επιδιώξεις το δίκαιο», λέει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες