ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ Φ. ΤΙΤΛ. Αʹ. —Περὶ φιλοξενίας καὶ φιλαδελφίας. «Ὤφθη ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραὰμ πρὸς τῇ δρυῒ τῇ Μαμβρὲ, καθημένου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας. Ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, εἶδεν, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἱστήκεσαν ἐπάνω αὐτοῦ. Καὶ ἰδὼν ἔδραμεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ εἶπεν· Κύριε, εἰ ἆρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου. Ληφθήτω δὴ ὕδωρ, καὶ νιψάτωσαν τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ καταψύξατε ὑπὸ τὸ δένδρον· καὶ λήψομαι ἄρτον, καὶ φάγεσθε, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελεύσεσθε τὴν ὁδὸν ὑμῶν.» «Ἦλθον οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν πύλην Σοδόμων. Ἰδὼν δὲ Λὼτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς, καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ εἶπεν· Ἰδοὺ, κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν, καὶ καταλύσατε, καὶ νίψατε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν. Καὶ εἶπον· Οὐχὶ, ἀλλ᾽ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν. Καὶ κατεβιάσατο αὐτοὺς, καὶ ἔκλιναν πρὸς αὐτόν.» «Ἀκούσας Λάβαν τὰ ῥήματα τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ, ἦλθε πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ἑστηκότος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν καμήλων ἐπὶ τῆς πηγῆς. Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Δεῦρο εἴσελθε, εὐλογητὸς Κύριος. Ἵνα τί ἕστηκας ἔξω;» «Προσήλυτον οὐ κακώσετε, οὐδὲ μὴ θλίψετε αὐτόν· ἦτε γὰρ προσήλυτοι ἐν τῇ Αἰγύπτῳ.» «
Μετάφραση
ΣΤΟΙΧΕΙΟ Φ. ΤΙΤΛΟΣ Αʹ. — Περί φιλοξενίας και φιλαδελφίας. «Ο Θεός εμφανίστηκε στον Αβραάμ κοντά στη βελανιδιά του Μαμβρή, ενώ εκείνος καθόταν στη θύρα της σκηνής του το μεσημέρι. Και υψώνοντας τα μάτια του είδε, και ιδού, τρεις άνδρες στέκονταν μπροστά του. Και μόλις τους είδε, έτρεξε να τους συναντήσει, και τους προσκύνησε έως το έδαφος, και είπε: Κύριε, αν βρήκα χάρη ενώπιόν σου, μην προσπεράσεις τον δούλο σου. Ας φέρουν λίγο νερό, και ας νίψουν τα πόδια σας, και δροσιστείτε κάτω από το δέντρο· και θα φέρω άρτο να φάτε, και μετά από αυτά θα συνεχίσετε τον δρόμο σας.» «Ήλθαν οι δύο άγγελοι στα Σόδομα το βράδυ· και ο Λωτ καθόταν κοντά στην πύλη των Σοδόμων. Όταν τους είδε ο Λωτ, σηκώθηκε για να τους συναντήσει, και προσκύνησε με το πρόσωπο έως το έδαφος, και είπε: Ιδού, κύριοί μου, παρακαλώ κατευθυνθείτε στον οίκο του δούλου σας, και καταλύστε, και νίψτε τα πόδια σας, και το πρωί, αφού σηκωθείτε νωρίς, θα συνεχίσετε τον δρόμο σας. Και εκείνοι είπαν: Όχι, αλλά θα καταλύσουμε στην πλατεία. Εκείνος όμως τους πίεσε πολύ, και στράφηκαν προς αυτόν.» «Όταν ο Λάβαν άκουσε τα λόγια της αδελφής του, ήλθε προς τον άνθρωπο, ενώ αυτός στεκόταν κοντά στις καμήλες, δίπλα στην πηγή. Και του είπε: Έλα, είσελθε, ευλογημένε του Κυρίου. Γιατί στέκεσαι έξω;» «Δεν θα κακοποιήσετε τον προσήλυτο [ξένο], ούτε θα τον καταπιέσετε· διότι και εσείς υπήρξατε προσήλυτοι στην Αίγυπτο.» «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες