Τί δὲ τὸ ἀκούειν τοῦ ἐνωτίζεσθαι διαφέρει; Ὅτι τὸ μὲν ἀκούειν διανοίας ἐστὶν, ὡς δηλοῖ ὁ Κύριος, διεγείρων εἰς τὸ συνετῶς κατακούειν τοῦ βουλήματος τῶν λεγομένων, Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω· τὸ δὲ ἐνωτίζεσθαι, ψιλὸν τὸν ἦχον ἐντίθεσθαι τοῖς ὠσί. Διὸ καὶ ὁ λαὸς ἐν τῇ Ἐξόδῳ φησί· Πάντα, ὅσα ἐὰν εἴπῃ ὁ Θεὸς, ποιήσομεν καὶ ἀκουσόμεθα. (Καίτοιγε ἀκολουθότερον ἦν εἰπεῖν, ἀκουσώμεθα καὶ ποιήσωμεν). Ἀλλὰ τὸ μὲν ποιῆσαι παντός ἐστι τοῦ παχυτάτου τὴν διάνοιαν, οἷον τηρῆσαι σωματικῶς τὸ σάββατον καὶ ἀπέχεσθαι βρωμάτων καὶ περιτεμεῖν τῇ ὀγδόῃ καὶ τὸ τρὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφθῆναι ἐν τῷ ναῷ· τοῖς δὲ λόγοις τούτων ἐπιβαλεῖν, τοῦ τελείου ἤδη καὶ ἐπὶ πολὺ διαβεβηκότος τῇ γνώσει. Φασὶ δὲ μίαν ταύτην αἰτίαν εἶναι, τὴν κινήσασαν εἰς τὴν κατὰ τοῦ Προφήτου ἐπιβουλὴν τοὺς τότε.
Μετάφραση
Σε τι διαφέρει το «ακούειν» από το «ενωτίζεσθαι»; Στο ότι το μεν «ακούειν» αποτελεί έργο της διάνοιας, όπως δηλώνει ο Κύριος, παρακινώντας στο να αντιλαμβανόμαστε με σύνεση το νόημα των όσων λέγονται: «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω»· το δε «ενωτίζεσθαι» σημαίνει το να εισάγεται στα αυτιά απλώς ο ήχος. Γι' αυτό και ο λαός στην Έξοδο λέει: «Όλα όσα πει ο Θεός, θα τα πράξουμε και θα τα ακούσουμε». (Αν και το πιο λογικό θα ήταν να πουν: να ακούσουμε και να πράξουμε). Αλλά το μεν «πράξουμε» είναι ίδιον οποιουδήποτε έχει πολύ παχυλή διάνοια, όπως το να τηρήσει κανείς σωματικά το Σάββατο, να απέχει από τροφές, να κάνει περιτομή την όγδοη ημέρα και να εμφανιστεί τρεις φορές τον χρόνο στον ναό· το να εμβαθύνει, όμως, στο πνευματικό νόημα αυτών, είναι ίδιον εκείνου που είναι ήδη τέλειος και έχει προχωρήσει πολύ στη γνώση. Λένε δε ότι αυτή ακριβώς ήταν η αιτία που παρακίνησε τους ανθρώπους εκείνης της εποχής στην επιβουλή εναντίον του Προφήτη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες