εἶδον, γάρ φησι, “τὸν ”Κύριον σαβαὼθ καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ τε καὶ “ἐπηρμένου·” καὶ τὰ σεραφὶμ εἱστήκει κύκλῳ αὐτοῦ, καὶ τὸν ἐπὶ θρόνου Κύριον ἐδοξολόγουν, τὰς πτέρυγας τείνοντα· οὕτω τετάχατο καὶ ἐν τῇ ἁγίᾳ σκηνῇ συσκιάζοντα ταῖς πτέρυξιν ἐπὶ τὸ ἱλαστήριον· εἰ δὲ ἦν τις τοῖς χερουβὶμ τοῖς ἐκ χρυσίου πεποιημένοις βοή τε καὶ λόγος, ἐδοξολόγησαν ἂν ὡς κύριον σαβαὼθ, τὸν ἐν τῇ δούλου μορφῇ πεφηνότα Υἱὸν Μονογενῆ τὸν ἐκ Θεοῦ Πατρὸς κατὰ φύσιν. <Καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώμασι σαρκὸς μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα.> Τετελείωκεν ὁ νόμος οὐδένα κατὰ συνείδησιν, εἰσκεκόμικε δὲ μᾶλλον βαπτισμῶν διδαχὰς, ἀφηγήσεις περιῤῥαντηρίων “πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα·” καταλήγει γὰρ εἰς τοῦτο μόλις τῆς νομικῆς ἱερωσύνης ἡ δύναμις· κἂν γὰρ νεκροῦ τις ἥψατο, κἂν λεπροῦ, κἂν γονοῤῥυὴς ἐγένετο, ἐβαπτίζετο, καὶ οὕτως ἐδόκει καθαρίζεσθαι· ταῦτα δὲ δικαιώματα ἦσαν σαρκὸς, τουτέστιν ἐντολαὶ σάρκιναι, σαρκικῶς δικαιοῦσαι τοὺς κατὰ σάρκα δοκοῦντας ἀκαθάρτους. —Ὅτι δὲ ταῖς κατὰ νόμον σκιαῖς τοὺς ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ ἀσυνέτως ἐμφιλοχωρεῖν οὐκ ἠφίει Θεὸς, ἐξ αὐτῶν εἰσόμεθα τῶν ἱερῶν γραμμάτων· προστέταχε μὲν γὰρ καταθύεσθαι τὸν ἀμνὸν εἰς τύπον Χριστοῦ, ὁδοιπορικῶς δὲ ἐσταλμένους σιτεῖσθαι, σημαίνων ὡς μέχρι παντὸς οὐ στήσεται τὰ ἐν τύποις, ἀλλ᾽ οἱονεὶ δραμεῖται πρὸς ἀλήθειαν. <Καὶ τὸ πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας.> Ὥσπερ γὰρ στρατιώτην τὸν ῥιψάσπιδα καὶ φυγοπόλεμον οὐ δευτέροις τιμᾶσθαι σημάντροις, ἀλλ᾽ ἤδη κολάζεσθαι χρὴ, καὶ τῆς ἀνανδρίας ἀποτιννύναι λόγον, τὸν αὐτὸν οἶμαι τρόπον τὴν οὕτω σεπτήν τε καὶ ἀξιάγαστον περιυβρίζοντας χάριν οὐ δευτέρου τιμᾶσθαι Πνεύματος δόσει, τῆς πρώτης ἀθετουμένης, ἀλλ᾽ ἤδη ποιναῖς ὑποκεῖσθαι πρέπει· οὐ γάρ “ἡ αὐτῶν ἀπιστία τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει,” οὐδ᾽ ἐπείπερ καταπεφρονήκασί τινες ἀνόπιν ἰόντες, τῆς θείας χάριτος τὸ ἀβέβαιον καταγράψομεν· ποιναῖς δὲ μᾶλλον ὁ τῶν ὅλων ὑποθήσει Κριτὴς τοὺς εἰς τοῦτο δυσσεβείας κατολισθεῖν οὐ παραιτουμένους, ὡς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατῆσαι, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ὑβρίσαι, ἐν ᾧ ἡγιάσθησαν καὶ τῆς θείας φύσεως γεγόνασι κοινωνοί. <Ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.> Ὅτι δι᾽ ὑπομονῆς καὶ τοῦ μὴ ἁψικόρως ἔχειν περὶ τὸ πληροῦν τὰ ἐξαίρετα τῶν κατορθωμάτων, ἀλλὰ διψῆν μὲν ἀεὶ, καὶ ἀκορέστως ἔχειν, καὶ ἀπλήστως ἐρᾶν παντὸς ἀγαθοῦ πράγματος, καὶ κατασωρεύειν ἑαυτοῖς τὴν ἐκ πράξεων εὐδοκίμησιν, ἐν τοιαύταις δὲ εἶναι προθυμίαις, ἐν αἷσπερ ἂν εἶεν καὶ οἱ τοῦ πλουτεῖν ἐρασταὶ, περὶ ὧν γέγραπται “Ἀγαπῶν ”ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου·” εἰ δὲ οὐ κορέννυσιν ἐκείνους τὰ γήϊνα καὶ πρόσκαιρα καὶ εὐμάραντα, πῶς οὐκ ἀναγκαῖον ἡμᾶς θερμοτέραις κεχρῆσθαι ταῖς ἐπιθυμίαις, ἵνα κερδάνωμεν τὰ παρὰ Θεοῦ, ἃ καὶ εἰς ἀπεράντους αἰῶνας ἐκτείνεται, καὶ ἀκατάληκτον ἔχει τὴν εὐθυμίαν; <Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι.> Μέγα δὴ οὖν καὶ ἐξαίρετον ἀγαθὸν ἡ πίστις· πλουτεῖ γὰρ ἁμαρτιῶν ἀπόθεσιν, ῥύπου παντὸς ἀποκάθαρσιν· ἔστι δὲ καὶ μνηστείας πρόξενος τῆς παρὰ Θεοῦ, καὶ ὁδὸς εἰς ἁγιασμὸν καὶ υἱοθεσίαν, καὶ ἁπαξαπλῶς παντὸς ἀγαθοῦ προμνήστρια· οὕτως εὐδόκιμοι γεγόνασιν οἱ πατέρες, οὕτως λαμπρὰν καὶ ἀοίδιμον ἐσχήκασι δόξαν· κατηνδρίσαντο δὲ καὶ αὐτοῦ θανάτου πολλοὶ, καὶ τὸν ἀμάραντον τῆς δόξης ἀνεδήσαντο στέφανον. <Πίστει χρηματισθεὶς Νῶε περὶ τῶν μηδέπω βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύαζε κιβωτὸν εἰς σωτηρίαν τοῦ οἴκου αὐτοῦ.> Ἐπειδὴ γὰρ ἡ σύμπασα γῆ τὴν ὁδὸν αὐτῆς διέφθειρε, καθὰ γέγραπται, καὶ ἀπονένευκεν ἡ καρδία “τοῦ ἀνθρώπου ”ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος,” κατακλυσμὸν τοῖς ἀνὰ πᾶσαν τὴν γῆν ἐπηφίει Θεὸς, οἷόν τινα κῆπον ὑλομανήσαντα καὶ κεχερσωμένον ἀνακτώμενος, καὶ φυτὸν ἐν αὐτῷ τηρήσας εὐγενὲς, τὸν πανάριστον Νῶε, ἵν᾽ ἐξ αὐτοῦ τὸ γένος τὸ ἀνθρώπινον, εἰς ἑτέραν ὥσπερ ἀρχὴν μεταστοιχειούμενον, σώζηται πάλιν ἐπὶ τῆς γῆς.
Μετάφραση
Διότι, λέει, είδα «τον Κύριο Σαβαώθ καθήμενο επί θρόνου υψηλού και επηρμένου». Και τα Σεραφείμ στέκονταν γύρω του, και δοξολογούσαν τον Κύριο που βρισκόταν στον θρόνο, απλώνοντας τις φτερούγες τους. Έτσι είχαν τοποθετηθεί και στην Αγία Σκηνή, ώστε να επισκιάζουν με τις φτερούγες τους το ιλαστήριο. Αν μάλιστα τα χερουβίμ που ήταν κατασκευασμένα από χρυσό είχαν φωνή και λόγο, θα δοξολογούσαν ως Κύριο Σαβαώθ τον Μονογενή Υιό, ο οποίος εκ φύσεως προέρχεται από τον Θεό Πατέρα και φανερώθηκε με μορφή δούλου. <Και τα οποία μαζί με τους διάφορους καθαρμούς και τα δικαιώματα της σαρκός επιβάλλονταν μέχρι τον καιρό της διορθώσεως.> Ο νόμος δεν τελειοποίησε κανέναν κατά τη συνείδηση, αλλά μάλλον εισήγαγε διδασκαλίες περί καθαρμών και αφηγήσεις περί ραντισμών «για την καθαρότητα της σαρκός». Διότι ως αυτό το σημείο μόλις που φτάνει η δύναμη της νομικής ιερωσύνης. Επειδή, αν κάποιος άγγιζε νεκρό ή λεπρό, ή αν πάθαινε γονόρροια, έπρεπε να πλυθεί, και έτσι εθεωρείτο ότι καθαρίζεται. Αυτά όμως ήταν δικαιώματα της σαρκός, δηλαδή σαρκικές εντολές, οι οποίες δικαίωναν σαρκικά αυτούς που κατά σάρκα θεωρούνταν ακάθαρτοι. — Ότι βέβαια ο Θεός δεν επέτρεπε στους εξ αίματος Ισραηλίτες να παραμένουν ασύνετα προσκολλημένοι στις κατά τον νόμο σκιές, θα το γνωρίσουμε από τα ίδια τα ιερά γράμματα. Διότι πρόσταξε μεν να θυσιάζεται ο αμνός ως τύπος του Χριστού, αλλά να τον τρώνε ντυμένοι σαν οδοιπόροι, σημαίνοντας ότι αυτά που ανήκουν στους τύπους δεν θα παραμείνουν για πάντα, αλλά τρόπον τινά θα σπεύσουν προς την αλήθεια. <Και ύβρισε το Πνεύμα της χάριτος.> Όπως ακριβώς ο στρατιώτης που ρίπτει την ασπίδα και αποφεύγει τη μάχη δεν πρέπει να τιμάται με δεύτερα στρατιωτικά διακριτικά, αλλά να τιμωρείται αμέσως και να δίνει λόγο για τη δειλία του, κατά τον ίδιο τρόπο, νομίζω, αυτοί που υβρίζουν μια τόσο σεπτή και αξιοθαύμαστη χάρη δεν πρέπει να τιμώνται με δεύτερη δωρεά του Πνεύματος, αφού αθετήθηκε η πρώτη, αλλά πρέπει πλέον να υπόκεινται σε τιμωρίες. Διότι «η δική τους απιστία δεν θα καταργήσει την πίστη του Θεού», ούτε, επειδή κάποιοι καταφρόνησαν οπισθοχωρώντας, θα θεωρήσουμε ότι η θεία χάρη είναι αβέβαιη. Απεναντίας, ο Κριτής των όλων θα επιβάλει τιμωρίες σε αυτούς που δεν διστάζουν να διολισθήσουν σε τέτοια ασέβεια, ώστε να καταπατήσουν τον Υιό του Θεού και να υβρίσουν το Πνεύμα της χάριτος, εν τω οποίω αγιάστηκαν και έγιναν κοινωνοί της θείας φύσεως. <Η οποία έχει μεγάλη μισθαποδοσία.> Διότι με την υπομονή και με το να μην αποκάμνουν εύκολα στην εκπλήρωση των εξαίρετων κατορθωμάτων, αλλά να διψούν πάντοτε και να είναι αχόρταγοι και να επιθυμούν απλήστως κάθε αγαθό έργο, και να συσσωρεύουν για τον εαυτό τους την επιδοκιμασία από τις πράξεις τους, έχοντας τέτοια προθυμία σαν κι αυτή που έχουν οι εραστές του πλούτου, για τους οποίους έχει γραφτεί: «Εκείνος που αγαπά το ασήμι δεν θα χορτάσει ασήμι». Εάν λοιπόν εκείνους δεν τους χορταίνουν τα γήινα, τα πρόσκαιρα και τα φθαρτά, πώς δεν είναι αναγκαίο να έχουμε εμείς θερμότερες επιθυμίες, ώστε να κερδίσουμε τα δώρα του Θεού, τα οποία εκτείνονται σε ατελεύτητους αιώνες και προσφέρουν ατέρμονη ευφροσύνη; <Με την πίστη κατανοούμε ότι οι αιώνες καταρτίστηκαν με τον λόγο του Θεού, έτσι ώστε αυτά που βλέπονται να μην έχουν γίνει από φαινόμενα πράγματα.> Μέγα λοιπόν και εξαίρετο αγαθό είναι η πίστη. Διότι παρέχει πλουσιοπάροχα την αποβολή των αμαρτιών, την κάθαρση από κάθε ρύπο. Είναι επίσης πρόξενος της νυμφικής ενώσεως με τον Θεό, και οδός προς τον αγιασμό και την υιοθεσία, και με μια λέξη η προξενήτρα κάθε αγαθού. Έτσι έγιναν ευδόκιμοι οι πατέρες, έτσι απέκτησαν λαμπρή και ξακουστή δόξα. Πολλοί δε υπερίσχυσαν και αυτού του θανάτου, και στεφανώθηκαν με το αμάραντο στεφάνι της δόξης. <Με την πίστη ο Νώε, αφού χρηματίστηκε από τον Θεό για εκείνα που δεν φαίνονταν ακόμη, έδειξε ευλάβεια και κατασκεύασε κιβωτό για τη σωτηρία του οίκου του.> Επειδή λοιπόν ολόκληρη η γη είχε διαφθείρει την οδό της, όπως είναι γεγραμμένο, και η καρδιά του ανθρώπου ρέπει «προς τα πονηρά από τη νεότητά του», ο Θεός επέφερε κατακλυσμό σε ολόκληρη τη γη, σαν να αναδημιουργούσε έναν κήπο που είχε γεμίσει άγρια βλάστηση και είχε χερσωθεί, διατηρώντας σε αυτόν ένα ευγενές φυτό, τον πανάριστο Νώε, ώστε από αυτόν να σωθεί και πάλι πάνω στη γη το ανθρώπινο γένος, αναστοιχειούμενο τρόπον τινά σε μια νέα αρχή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες