Τουτὶ γὰρ, οἶμαι, ἔστι, τὸ διπλῆν ὥσπερ ἔχειν καὶ ἐξ ἀργύρου τὴν βάσιν. ΠΑΛΛ. Εἰκάζεις ὀρθῶς. ΚΥΡ. Θέα γε μὴν ἐκεῖνο, ὦ τᾶν. ΠΑΛΛ. Ὅ τι δή; ΚΥΡ. Εἰς αὐλαίας γὰρ δέκα προστεταχὼς ὅλην ἐκτείνεσθαι τὴν σκηνὴν, ἐπιλέγει μεταξύ· «Καὶ ποιήσεις δέῤῥεις τριχίνας, σκέπην ἐπὶ τῆς σκηνῆς· ἕνδεκα ποιήσεις αὐτὰς δέῤῥεις, τὸ μῆκος τῆς δέῤῥεως τῆς μιᾶς ἔσται τριάκοντα πήχεων, καὶ τεσσάρων πήχεων τὸ εὖρος τῆς δέῤῥεως τῆς μιᾶς· τὸ αὐτὸ μῆκος ἐπὶ ταῖς ἕνδεκα δέῤῥεσι. Καὶ συνάψεις τὰς πέντε δέῤῥεις ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ τὰς ἓξ δέῤῥεις ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ ἐπιδιπλώσεις τὴν δέῤῥιν τὴν ἕκτην κατὰ πρόσωπον τῆς σκηνῆς· καὶ ποιήσεις ἀγκύλας πεντήκοντα ἐπὶ τοῦ χείλους τῆς δέῤῥεως τῆς μιᾶς, τῆς ἀνὰ μέσον κατὰ τὴν συμβολήν. Καὶ πεντήκοντα ἀγκύλας ποιήσεις ἐπὶ τοῦ χείλους τῆς δέῤῥεως τῆς συναπτούσης τῆς δευτέρας.» Τί τὸ χρῆμα λοιπὸν, ὦ Παλλάδιε; δέκα μὲν γὰρ ἐγείρει τὰς αὐλαίας. Εἶτα πῶς οὐκ ἰσάριθμοι ταύταις αἱ δέῤῥεις, περιττεύει δὲ μία, τοῦτ᾽ ἔστιν ἡ ἑνδεκάτη; Συνάψεις γὰρ, φησὶν, τὰς πέντε δέῤῥεις ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ τὰς ἓξ δέῤῥεις ἐπὶ τὸ αὐτό. ΠΑΛΛ. Οὐκ ἔχω φράσαι. ΚΥΡ. Ἀλλ᾽ ἥ γε θέσις σαφηνιεῖ τὸ ζητούμενον. ΠΑΛΛ. Πῶς ἔφης; ΚΥΡ. Πέντε μὲν γὰρ αὐλαίας ἀλλήλαις συνεσφιγμένας ὅτι προσῆκε γενέσθαι φησίν· ἑτέρας δὲ πέντε, κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ σχῆμα, καὶ ἐν ἴσῳ τρόπῳ ἀντιτεταγμένας.
Μετάφραση
Διότι αυτό νομίζω είναι το να έχει διπλή, τρόπον τινά, και από άργυρο τη βάση. ΠΑΛΛ. Υποθέτεις σωστά. ΚΥΡ. Δες όμως εκείνο, καλέ μου. ΠΑΛΛ. Τι δηλαδή; ΚΥΡ. Αφού λοιπόν έχει προστάξει να εκτείνεται ολόκληρη η σκηνή σε δέκα αυλαίες, προσθέτει ενδιάμεσα: «Και θα φτιάξεις τρίχινα υφάσματα (δέῤῥεις), ως σκέπασμα πάνω από τη σκηνή· έντεκα θα φτιάξεις αυτά τα υφάσματα, το μήκος του ενός υφάσματος θα είναι τριάντα πήχεις, και τέσσερις πήχεις το πλάτος του ενός υφάσματος· το ίδιο μήκος θα υπάρχει και στα έντεκα υφάσματα. Και θα ενώσεις τα πέντε υφάσματα μεταξύ τους, και τα έξι υφάσματα μεταξύ τους, και θα διπλώσεις το έκτο ύφασμα προς την μπροστινή πλευρά της σκηνής· και θα φτιάξεις πενήντα θηλιές στην άκρη του ενός υφάσματος, αυτού που βρίσκεται στη μέση κατά την ένωση. Και θα φτιάξεις πενήντα θηλιές στην άκρη του υφάσματος που ενώνεται δεύτερο.» Τι συμβαίνει λοιπόν, ω Παλλάδιε; Διότι από τη μία στήνει δέκα αυλαίες. Έπειτα, πώς τα υφάσματα δεν είναι ισάριθμα με αυτές, αλλά περισσεύει ένα, δηλαδή το ενδέκατο; Διότι, λέει, θα ενώσεις τα πέντε υφάσματα μεταξύ τους, και τα έξι υφάσματα μεταξύ τους. ΠΑΛΛ. Δεν μπορώ να απαντήσω. ΚΥΡ. Αλλά η τοποθέτησή τους θα ξεκαθαρίσει το ζητούμενο. ΠΑΛΛ. Πώς το εννοείς; ΚΥΡ. Διότι λέει ότι έπρεπε να υπάρχουν πέντε αυλαίες σφιχτά ενωμένες μεταξύ τους· και άλλες πέντε, κατά το ίδιο σχήμα, και αντιπαρατεταγμένες με τον ίδιο τρόπο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες