Ἁγίασμα γὰρ, φησὶ, Κυρίῳ. Ἢ οὐχὶ ἐνηγιᾶσθαι παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἑαυτὸν ἔφη σαφῶς ὁ Ἐμμανουήλ; ΠΑΛΛ. Ναὶ, μεμνήσομαι γὰρ Ἰουδαίοις λέγοντος, «Εἰ ἐκείνους εἶπε θεοὺς, πρὸς οὓς ὁ λόγος Θεοῦ ἐγένετο, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ Γραφὴ, ὃν ὁ Πατὴρ ἡγίασε, καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ὑμεῖς λέγετε ὅτι Βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον, Υἱὸς Θεοῦ εἰμι;» ΚΥΡ. Ἐνηγιᾶσθαι δὲ ὅταν λέγῃ παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἑαυτὸν ὁ Υἱὸς, τὸ οἱονεὶ προκεχειρίσθαι τε καὶ ἀπεστάλθαι δηλοῖ. Ἁγίασμα δὴ οὖν Κυρίου, φησὶ, τοῦτ᾽ ἔστιν, εἰς τόνδε τὸν κόσμον ἀνάδειξις καὶ ἀποστολὴ, πλὴν εἰς βασιλείαν καὶ δόξαν. Τελειοῖ γὰρ οὕτως τὸν Ἀαρὼν, χρυσοῦν ἐπὶ τῷ μετώπῳ τὸ ψαλίον τιθείς. Κύριος δὲ τῶν ὅλων καὶ βασιλεὺς, ὁ Χριστὸς, φυσικῶς τε ἅμα καὶ μεθεκτῶς. Θεὸς γὰρ ὢν φύσει κεκένωκεν ἑαυτὸν, καθεὶς ἐν δούλου μορφῇ. Καὶ δέχεται βασιλείαν, κατά γε τὸ πρέπον τῷ ἀνθρωπίνῳ σχήματι, καίτοι σύνεδρος ὢν ἄνωθέν τε καὶ ἀπ᾽ ἀρχῆς τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ, καὶ συγκατάρχων τῶν ὅλων καὶ συνδεσπότης. Σύνες δὲ ὅπως ἐξ ὑακίνθου γέγονεν ἡ μίτρα αὐτοῦ, τὸ λαμπρὸν τῆς βασιλείας ἔχουσα σύνθημα, φημὶ δὴ τὸ πέταλον τὸ χρυσοῦν. Ὑάκινθος δὲ οὐρανοῦ σημεῖον· καὶ διαμέμνησο λέγοντος τοῦ Χριστοῦ, «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.» Οὐ γὰρ ἐπίγειος βασιλεὺς, ἀλλ᾽ οὐράνιος ὁ Χριστὸς, ὅλην ὑπὸ πόδας ἔχων τὴν κτίσιν.
Μετάφραση
Διότι λέει: «Αγίασμα στον Κύριο». Ή μήπως δεν είπε σαφώς ο Εμμανουήλ ότι ο ίδιος αγιάστηκε από τον Θεό και Πατέρα; ΠΑΛΛ. Ναι, διότι θυμάμαι που έλεγε προς τους Ιουδαίους: «Αν εκείνους ονόμασε θεούς, προς τους οποίους απευθύνθηκε ο λόγος του Θεού, και η Γραφή δεν μπορεί να αναιρεθεί, εσείς λέτε για εκείνον που ο Πατέρας αγίασε και απέστειλε στον κόσμο, ότι βλασφημείς, επειδή είπα, είμαι Υιός του Θεού;» ΚΥΡ. Όταν όμως ο Υιός λέει ότι αγιάστηκε από τον Θεό και Πατέρα, αυτό δηλώνει ότι κατά κάποιον τρόπο έχει εκλεγεί και αποσταλεί. Επομένως, το αγίασμα του Κυρίου, λέει, σημαίνει την ανάδειξη και αποστολή σε αυτόν τον κόσμο, αλλά για βασιλεία και δόξα. Διότι έτσι τελειοποιεί τον Ααρών, τοποθετώντας στο μέτωπό του το χρυσό έλασμα. Κύριος δε των όλων και βασιλιάς είναι ο Χριστός, ταυτόχρονα εκ φύσεως αλλά και κατά μετοχήν. Διότι, ενώ είναι Θεός εκ φύσεως, κένωσε τον εαυτό του, κατεβαίνοντας σε μορφή δούλου. Και λαμβάνει τη βασιλεία, σύμφωνα βέβαια με αυτό που αρμόζει στην ανθρώπινη φύση, αν και είναι σύνεδρος εξ αρχής και άνωθεν με τον Θεό και Πατέρα, και συγκυβερνήτης των πάντων και συνδεσπότης. Κατανόησε δε πώς η μίτρα του κατασκευάστηκε από υάκινθο, φέροντας το λαμπρό σύμβολο της βασιλείας, εννοώ δηλαδή το χρυσό πέταλο. Και ο υάκινθος είναι σύμβολο του ουρανού· και να θυμάσαι τον Χριστό που λέει: «Η δική μου βασιλεία δεν είναι από αυτόν τον κόσμο». Διότι ο Χριστός δεν είναι επίγειος βασιλιάς, αλλά ουράνιος, έχοντας κάτω από τα πόδια του ολόκληρη την κτίση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες