Διὰ τοῦτο Μωϋσῆς μὲν ἐπὶ περιφάνειαν βίου καὶ λαοῦ τοσούτου προστασίαν καλούμενος, παραιτεῖται· Τίς εἰμι, ὅτι πορεύσομαι πρὸς Φαραὼ, βασιλέα Αἰγύπτου, καὶ ἐξάξω τὸν λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου; Καὶ πάλιν· Δέομαι, Κύριε, οὐχ ἱκανός εἰμι πρὸ τῆς χθὲς, οὐδὲ πρὸ τῆς τρίτης ἡμέρας, οὐδὲ ἀφ᾽ οὗ ἤρξω λαλεῖν τῷ θεράποντί σου. Καὶ πάλιν· Δέομαι, Κύριε, προχείρισαι ἄλλον δυνάμενον, ὃν ἀποστελεῖς. Ἡσαΐας δὲ, οὐδὲν τοιοῦτον ἀκούσας, ἀλλὰ μόνην τὴν χρείαν διδαχθεὶς τῆς ἀποστολῆς, ἑκὼν ἑαυτὸν ἐπέδωκε καὶ μέσοις ἐνέβη τοῖς δεινοῖς τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἀγάπης, μηδὲν τῶν μελλόντων ἐπάγεσθαι αὐτῷ παρὰ τοῦ λαοῦ λογισάμενος.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο, ο Μωυσής, αν και καλείται σε περιφανή θέση και στην προστασία ενός τόσο μεγάλου λαού, αρνείται: «Ποιος είμαι εγώ, για να πορευθώ προς τον Φαραώ, τον βασιλιά της Αιγύπτου, και να εξαγάγω τον λαό από τη γη της Αιγύπτου;». Και πάλι: «Σε παρακαλώ, Κύριε, δεν είμαι ικανός, ούτε από χθες ούτε από προχθές, ούτε αφότου άρχισες να μιλάς στον δούλο σου». Και πάλι: «Σε παρακαλώ, Κύριε, όρισε κάποιον άλλον ικανό, για να τον αποστείλεις». Ο Ησαΐας όμως, χωρίς να ακούσει τίποτα τέτοιο, αλλά έχοντας πληροφορηθεί μόνο την ανάγκη της αποστολής, προσέφερε οικειοθελώς τον εαυτό του και εισήλθε στο μέσο των δεινών εξαιτίας της υπερβολικής του αγάπης, χωρίς να αναλογιστεί καθόλου τα όσα επρόκειτο να του επιφέρει ο λαός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες