Τοῦτο γὰρ τῶν μὲν κτισμάτων ἴδιον, ἐπὶ δὲ τοῦ Λόγου τοῦτο νοεῖν ἢ λέγειν ἀπρεπές. Ἔστι γὰρ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δημιουργὸς, καὶ ποιητικὸς, καὶ αὐτός ἐστιν ἡ τοῦ Πατρὸς βουλή. Διὰ τοῦτο γοῦν οὐκ εἶπεν ἡ θεία Γραφὴ, ὅτι ἤκουσε καὶ ἀπεκρίνατο ὁ ἀκούων, πῶς ἢ ποῖα βούλεται τὰ γινόμενα γενέσθαι· ἀλλὰ μόνον εἶπεν ὁ Θεὸς, Γενηθήτω· καὶ ἐπήγαγε· Καὶ ἐγένετο οὕτω. Τὸ γὰρ δόξαν καὶ βουληθὲν εὐθὺς ἐγίνετο τῷ Λόγῳ καὶ ἀπηρτίζετο. Ὅταν μὲν γὰρ ὁ Θεὸς ἄλλοις ἢ ἀγγέλοις ἐντέλληται, ἢ τῷ Μωϋσεῖ ὁμιλῇ, ἢ τῷ Ἀβραὰμ ἐπαγγέλληται· τότε ὁ ἀκούων ἀποκρίνεται· καὶ ὁ μὲν λέγει· Κατὰ τί γνώσομαι; ὁ δέ· Προχείρισαι ἄλλον· καὶ πάλιν· Ἐὰν ἐρωτήσωσί με, Τί ὄνομα αὐτῷ; τί ἐρῶ πρὸς αὐτούς;
Μετάφραση
Διότι αυτό είναι ίδιον των κτισμάτων, προκειμένου όμως περί του Λόγου είναι απρεπές να το σκεπτόμαστε ή να το λέμε. Επειδή ο Λόγος του Θεού είναι δημιουργός και πλαστουργός, και αυτός ο ίδιος είναι η βουλή του Πατρός. Γι' αυτόν τον λόγο, λοιπόν, δεν είπε η θεία Γραφή ότι εκείνος που άκουγε, άκουσε και αποκρίθηκε για το πώς ή ποια θέλει να γίνουν τα δημιουργήματα, αλλά είπε μόνο ο Θεός: «Γενηθήτω», και πρόσθεσε: «Και έγινε έτσι». Διότι αυτό που κρίθηκε καλό και αποφασίστηκε, αμέσως πραγματοποιούνταν δια του Λόγου και ολοκληρωνόταν. Όταν βέβαια ο Θεός δίνει εντολές σε άλλους ή σε αγγέλους, ή ομιλεί στον Μωυσή, ή δίνει υποσχέσεις στον Αβραάμ, τότε εκείνος που ακούει αποκρίνεται. Και ο μεν λέει: «Πώς θα το γνωρίσω;», ο δε: «Διάλεξε κάποιον άλλον», και πάλι: «Εάν με ρωτήσουν: Ποιο είναι το όνομά του; Τι θα τους πω;».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες