φησὶ δὲ ὁ Μωσῆς· ‘Ἔα· τί μοι σημεῖον ἐκ βάτου τόδε, τεράστιόν τε καὶ βροτοῖς ἀπιστία; ἄφνω βάτος μὲν καίεται πολλῷ πυρί, αὐτοῦ δὲ χλωρὸν πᾶν μένει τὸ βλαστάνον. τί δή; προελθὼν ὄψομαι τεράστιον μέγιστον· οὐ γὰρ πίστιν ἀνθρώποις φέρει.’ εἶτα ὁ θεὸς αὐτῷ προσομιλεῖ· ‘Ἔπισχες, ὦ φέριστε, μὴ προσεγγίσῃς, Μωσῆ, πρὶν ἢ τῶν σῶν ποδῶν λῦσαι δέσιν· ἁγία γὰρ ἧς σὺ γῆς ἐφέστηκας πέλει, ὁ δ᾽ ἐκ βάτου σοι θεῖος ἐκλάμπει λόγος. θάρσησον, ὦ παῖ, καὶ λόγων ἄκου᾽ ἐμῶν· ἰδεῖν γὰρ ὄψιν τὴν ἐμὴν ἀμήχανον θνητὸν γεγῶτα, τῶν λόγων δ᾽ ἔξεστί σοι ἐμῶν ἀκούειν, τῶν ἕκατ᾽ ἐλήλυθα. ἐγὼ θεὸς σῶν, ὧν λέγεις, γεννητόρων, Ἁβραάμ τε καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβου τρίτου. μνησθεὶς δ᾽ ἐκείνων καὶ ἔτ᾽ ἐμῶν δωρημάτων πάρειμι σῶσαι λαὸν Ἑβραίων ἐμόν, ἰδὼν κάκωσιν καὶ πόνον δούλων ἐμῶν. ἀλλ᾽ ἕρπε καὶ σήμαινε τοῖς ἐμοῖς λόγοις πρῶτον μὲν αὐτοῖς πᾶσιν Ἑβραίοις ὁμοῦ, ἔπειτα βασιλεῖ τὰ ὑπ᾽ ἐμοῦ τεταγμένα, ὅπως σὺ λαὸν τὸν ἐμὸν ἐξάγοις χθονός.’ εἶτα ὑποβάς τινα ἀμοιβαῖα αὐτὸς ὁ Μωσῆς λέγει· ‘Οὐκ εὔλογος πέφυκα, γλῶσσα δ᾽ ἐστί μοι δύσφραστος, ἰσχνόφωνος, ὥστε μὴ λόγους ἐμοὺς γενέσθαι βασιλέως ἐναντίον.’ εἶτα πρὸς ταῦτα ὁ θεὸς αὐτῷ ἀποκρίνεται· ‘Ἀάρωνα πέμψω σὸν κασίγνητον ταχύ, ᾧ πάντα λέξεις τἀξ ἐμοῦ λελεγμένα, καὶ αὐτὸς λαλήσει βασιλέως ἐναντίον, σὺ μὲν πρὸς ἡμᾶς, ὁ δὲ λαβὼν σέθεν πάρα.’
Μετάφραση
Λέει δε ο Μωυσής: «Α! Τι σημάδι είναι αυτό από τη βάτο, θαυμαστό και απίστευτο στους θνητούς; Ξαφνικά η βάτος καίγεται με πολλή φωτιά, αλλά ολόκληρος ο βλαστός της παραμένει χλωρός. Τι συμβαίνει άραγε; Θα προχωρήσω για να δω αυτό το μέγιστο θαύμα· διότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό από τους ανθρώπους». Έπειτα ο Θεός τού μιλάει: «Στάσου, άριστε, μην πλησιάζεις, Μωυσή, πριν λύσεις την υπόδεση των ποδιών σου· διότι η γη πάνω στην οποία στέκεσαι είναι άγια, και από τη βάτο εκλάμπει σε σένα ο θείος λόγος. Πάρε θάρρος, παιδί μου, και άκουσε τα λόγια μου· διότι είναι αδύνατον σε θνητό άνθρωπο να δει το πρόσωπό μου, αλλά σου επιτρέπεται να ακούσεις τα λόγια μου, για τα οποία έχω έλθει. Εγώ είμαι ο Θεός των προπατόρων σου, για τους οποίους μιλάς, του Αβραάμ και του Ισαάκ και τρίτου του Ιακώβ. Ενθυμούμενος δε εκείνους και επιπλέον τις δωρεές μου, βρίσκομαι εδώ για να σώσω τον εβραϊκό λαό μου, βλέποντας την κακοπάθεια και τον πόνο των δούλων μου. Αλλά πήγαινε και μετέφερε τα λόγια μου, πρώτα σε όλους μαζί τους Εβραίους, και έπειτα στον βασιλιά αυτά που έχω προστάξει, ώστε να εξαγάγεις τον λαό μου από τη χώρα». Έπειτα, παραλείποντας ορισμένους διαλόγους, ο ίδιος ο Μωυσής λέει: «Δεν είμαι εύγλωττος από τη φύση μου, και η γλώσσα μου δυσκολεύεται στην ομιλία και είναι ισχνή, ώστε να μην μπορούν τα λόγια μου να ειπωθούν ενώπιον του βασιλιά». Έπειτα, σε αυτά ο Θεός του αποκρίνεται: «Θα στείλω γρήγορα τον αδελφό σου, τον Ααρών, στον οποίο θα πεις όλα όσα έχουν λεχθεί από εμένα, και αυτός θα μιλήσει ενώπιον του βασιλιά· εσύ μεν θα απευθύνεσαι σε εμάς, εκείνος δε θα τα λαμβάνει από εσένα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες