Τίνες δ᾽ ἂν εἶεν οἱ προσκομίζειν ὀφείλοντες, διορίζει σαφῶς· οὐ γὰρ δὴ γυναίοις τοῦτο δρᾷν, οὔτε μὴν τοῖς ἔτι νηπίοις ἐφῆκε Θεός· ἀποδοκιμάζων, οἶμαί που, τὸ ἄναλκί τε καὶ μαλθακὸν, καὶ τὸ ἀτελὲς εἰς σύνεσιν· ἐγκαταγράφων δὲ ὥσπερ τοῖς ὀφείλουσι καρποφορεῖν τὸν ἡβηκότα ἤδη καὶ σφριγῶντα νεανίαν, καὶ παραπορευόμενον εἰς τὴν ἐπίσκεψιν, οἷς καὶ ἔτος ὁρίζει τὸ εἰκοστόν. Μόνοι γὰρ ἄξιοι τοῦ χρῆναι προσάγειν τὰ δῶρα Κυρίῳ, κατὰ τὸν νόμον, οἱ μειρακιώδη φρόνησιν καὶ θηλύφρονα νοῦν ἀναθρώσκοντες, καὶ εἰς ἀνδρὸς ἤδη τελοῦντες μέτρον, ἡλικίας ἔχοντες πλήρωμα τῆς ἐν Χριστῷ νοουμένης καὶ πνευματικῆς.
Μετάφραση
Το ποιοι θα πρέπει να είναι αυτοί που οφείλουν να προσφέρουν, το καθορίζει σαφώς: διότι ο Θεός δεν επέτρεψε να το πράττουν αυτό ούτε οι γυναίκες, ούτε βέβαια τα νήπια, αποδοκιμάζοντας, νομίζω, το ανίσχυρο και μαλθακό, καθώς και το ατελές ως προς τη σύνεση. Αντίθετα, συγκαταλέγει σε αυτούς που οφείλουν να προσφέρουν καρπούς τον ήδη ώριμο και σφριγηλό νέο, που προσέρχεται στην απογραφή, για τους οποίους ορίζει ως όριο το εικοστό έτος της ηλικίας. Διότι οι μόνοι άξιοι να προσφέρουν τα δώρα στον Κύριο, σύμφωνα με τον νόμο, είναι εκείνοι που υπερβαίνουν την ανώριμη φρόνηση και τον αδύναμο νου, και φθάνουν ήδη στο μέτρο του άνδρα, έχοντας το πλήρωμα της πνευματικής ηλικίας που νοείται εν Χριστώ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες