Συμβέβηκεν αὐτοῖς τὸ τῆς ἀληθοῦς Παροιμίας· »Κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα·» καὶ, «Ὗς λουσαμένη εἰς κύλισμα βορβόρου.» Ἐξ αὐτῶν δὲ τῶν τετολμημένων καταθρήσαιτό τις ἂν, ὅτι τῶν ἰδίων ἐμέτων ἥπτοντο πάλιν, καὶ τοῖς ἄνωθεν ἐγκυλινδεῖσθαι βορβόροις ἐξ ὑποστροφῆς ἐμελέτων. Γέγραπται γὰρ, ὅτι «Καὶ ἰδὼν ὁ λαὸς ὅτι κεχρόνικε Μωσῆς καταβῆναι ἐκ τοῦ ὄρους, συνέστη ὁ λαὸς ἐπ᾽ Ἀαρὼν, καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Ἀνάστηθι, καὶ ποίησον ἡμῖν θεοὺς, οἳ προπορεύσονται ἡμῶν. Ὁ Μωσῆς οὗτος ὁ ἄνθρωπος ὃς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ. Καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἀαρών· Περιέλεσθε τὰ ἐνώτια τὰ χρυσᾶ τὰ ἐν τοῖς ὠσὶ τῶν γυναικῶν ὑμῶν καὶ τῶν θυγατέρων, καὶ ἐνέγκατέ μοι.
Μετάφραση
Συνέβη σε αυτούς αυτό που λέει η αληθινή Παροιμία: «Σκύλος που επέστρεψε στο δικό του ξέρασμα» και «Χοίρος που λούστηκε, κύλισε πάλι στον βούρκο». Από αυτές δε τις πράξεις που τόλμησαν, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι έπιαναν πάλι τα ίδια τους τα ξεράσματα, και επιδίωκαν, επιστρέφοντας, να κυλιστούν στους παλαιούς βούρκους. Διότι είναι γραμμένο: «Και όταν είδε ο λαός ότι ο Μωυσής καθυστερεί να κατέβει από το όρος, συγκεντρώθηκε ο λαός μπροστά στον Ααρών και του λένε: Σήκω και φτιάξε μας θεούς, οι οποίοι θα προπορεύονται από εμάς. Διότι αυτός ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από τη γη της Αιγύπτου, δεν ξέρουμε τι του συνέβη. Και τους λέει ο Ααρών: Βγάλτε τα χρυσά σκουλαρίκια που είναι στα αυτιά των γυναικών σας και των θυγατέρων σας, και φέρτε τα σε εμένα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες