Ἀλλ᾽ οὐ προσέσχε τούτοις· ὅθεν καὶ καρπὸν θανάτου δρεψάμενος ἀπῄει· εἵλετο γὰρ μᾶλλον προσκρούειν Θεῷ ἢ τῆς τῶν παρανόμων τέκνων συμπαθείας διαζευχθῆναι. Κἂν γὰρ ἐν τῷ προφανεῖ λόγῳ ἀπεχρήσατο, μὴ ποιεῖτε οὕτω, λέγων, ὦ τέκνα, ἀλλ᾽ ἐν τῷ ἀφανεῖ κεκοίνωται ἐν τῇ κακοπραγίᾳ τῶν παίδων. Ὅρα γὰρ καὶ τῆς ἀποκρίσεως τὸν νοῦν, φησὶ γάρ· Κύριός ἐστι, καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ ποιήσει· ἀντὶ τοῦ, ἐγὼ τοὺς ἐμοὺς παῖδας λυπῆσαι οὐκ ἀνέξομαι. Ἀλλ᾽ οὐδὲ ὑπὸ Μωυσέως παιδευθεὶς ἀπέστη τῆς πρὸς τοὺς παῖδας συμπαθείας· ὁ γὰρ Μωυσῆς δεξάμενος τὰς πλάκας καὶ καταβὰς ἐκ τοῦ ὄρους καὶ τὴν μοσχοποιΐαν θεασάμενος, ῥίψας τὰς πλάκας συνέτριψεν αὐτάς, καὶ πρόσωπον τοῦ ἑαυτοῦ ἀδελφοῦ οὐκ ἔλαβεν, ἀλλ᾽ ἐμβριθεστάτῃ φωνῇ τῷ Ἀαρὼν ἐνεκάλει λέγων· τί ἐποίησέ σοι ὁ λαὸς οὗτος, ὅτι ἐπήγαγες ἐπ᾽ αὐτοὺς ἁμαρτίαν μεγάλην; Ὁ δὲ Ἀαρὼν θεασάμενος τὸν ἴδιον ἀδελφὸν τῷ θείῳ ζήλῳ πεπυρωμένον, ἀπελογεῖτο οὕτω λέγων· μὴ ὀργίζου, κύριε, σὺ γὰρ ἐπίστασαι τὸ ὅρμημα τοῦ λαοῦ τούτου. Στὰς δὲ Μωυσῆς ἐπὶ τὴν πύλην τῆς παρεμβολῆς εἶπεν· εἴ τις πρὸς Κύριον, ἴτω πρός με. Καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν πάντες οἱ υἱοὶ Λευΐ.
Μετάφραση
Αλλά δεν έδωσε προσοχή σε αυτά· γι' αυτό και απήλθε δρέποντας καρπό θανάτου· διότι προτίμησε μάλλον να έρθει σε ρήξη με τον Θεό παρά να αποχωριστεί τη συμπάθεια προς τα παράνομα τέκνα του. Διότι, έστω κι αν στα φανερά χρησιμοποίησε τον λόγο λέγοντας «μην κάνετε έτσι, παιδιά μου», στα κρυφά όμως έχει γίνει κοινωνός στην κακοπραγία των παιδιών του. Δες, πράγματι, και το νόημα της απάντησής του, διότι λέει: «Κύριος είναι, και ας κάνει ό,τι είναι αρεστό ενώπιόν του»· το οποίο σημαίνει: «Εγώ δεν θα ανεχτώ να λυπήσω τα παιδιά μου». Αλλά ούτε και παραδειγματιζόμενος από τον Μωυσή απέστη από τη συμπάθεια προς τα παιδιά του· διότι ο Μωυσής, αφού δέχθηκε τις πλάκες και κατέβηκε από το όρος και είδε την κατασκευή του μοσχαριού, ρίχνοντας τις πλάκες τις συνέτριψε, και δεν χαρίστηκε στο πρόσωπο του αδελφού του, αλλά με αυστηρότατη φωνή εγκαλούσε τον Ααρών λέγοντας: «Τι σου έκανε αυτός ο λαός, ώστε να επιφέρεις σε αυτούς τόσο μεγάλη αμαρτία;». Ο δε Ααρών, βλέποντας τον ίδιο του τον αδελφό πυρπολημένο από θείο ζήλο, απολογούνταν λέγοντας τα εξής: «Μην οργίζεσαι, κύριε, διότι εσύ γνωρίζεις την ορμή αυτού του λαού». Και ο Μωυσής, στεκόμενος στην πύλη του στρατοπέδου, είπε: «Όποιος είναι με τον Κύριο, ας έρθει προς εμένα». Και συγκεντρώθηκαν προς αυτόν όλοι οι γιοι του Λευί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες