Εἰ δὲ εἴπῃ ὁ Ἰουδαῖος, ὅτι Πῶς τοῦ Θεοῦ παραγγείλαντος μὴ προσκυνεῖν ξύλα ἢ λίθον καὶ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, πῶς ὑμεῖς οἱ Χριστιανοὶ αὐτὰ προσκυνεῖτε καὶ σέβεσθε, ποιοῦντες αὐτῶν σταυροὺς καὶ εἰκόνας; εἰπὲ αὐτῷ· Λέγε μοι καὶ σὺ, Ἰουδαῖε, διὰ τί καὶ σὺ προσκυνεῖς τὸ βιβλίον τοῦ νόμου, ἐπειδὴ ἐκ δερμάτων τυγχάνει καὶ ἐν ἀκαθαρσίᾳ βεβυρσευμένον; διὰ τί δὲ καὶ ὁ Ἰακὼβ ὁ πατριάρχης προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου τοῦ Ἰωσήφ; Καὶ εἰ μὲν ἔχει εἰπεῖν, ὅτι Κἂν προσκυνῶ τοῦ νόμου τὸ βιβλίον, οὐ τὴν φύσιν τῶν δερμάτων προσκυνῶ, ἀλλὰ τὴν δύναμιν τῶν ῥημάτων· καὶ ὁ Ἰακὼβ προσκυνήσας τὴν ῥάβδον, οὐ τὸ ξύλον προσεκύνησεν, ἀλλὰ τὸν κρατοῦντα αὐτὴν Ἰωσήφ· εἰπὲ αὐτῷ, ὅτι Οὕτως καὶ ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ προσκυνοῦντες τοῦ Χριστοῦ σταυρὸν, οὐ τὴν φύσιν τοῦ ξύλου προσκυνοῦμεν, μὴ γένοιτο! ἀλλὰ Χριστὸν τὸν σταυρωθέντα ἐν αὐτῷ. Καὶ ὥσπερ ὑμεῖς ἐὰν ηὕρατε ἄρτι τὰς δύο πλάκας καὶ τὰ δύο Χερουβὶμ τὰ χρυσᾶ, ἅπερ ἐποίησε Μωϋσῆς, καὶ τὴν κιβωτὸν, προσ[ε]κυνήσατε ἂν αὐτὰ τιμῶντες τὸν ἐπιτάξαντα ταῦτα· τῷ αὐτῷ τρόπῳ καὶ ἡμεῖς, τὰς εἰκόνας προσκυνοῦντες, οὐ τὸ ξύλον προσκυνοῦμεν, μὴ γένοιτο! ἀλλὰ Χριστὸν τιμῶντες, καὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ· καὶ οὔτε τὸ ξύλον, οὔτε τὴν ζωγραφίαν προσκυνοῦμεν· ἐπεὶ πολλάκις τὰς εἰκόνας παλαιουμένας ἀπαλείφομεν καὶ ἀνακαινίζομεν, ἢ καὶ σαθρωθείσας καίομεν, καὶ ἄλλας καινουργίας ποιοῦμεν, πρὸς ὑπόμνησιν ἀγαθὴν μόνον. Ὑμεῖς δὲ ἐκεῖνό μοι εἴπατε· διὰ τί τὴν εἰκόνα τὴν ἐν Βαβυλῶνι Ναβουχοδονόσορ προσ[ε]κυνήσατε; καίτοι γε ἔχοντες ἐκεῖ τὸν Δανιὴλ καὶ ἄλλους προφήτας διδάσκοντας ὑμᾶς; Κἀγὼ μὲν ὁ Χριστιανὸς προσκυνῶν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, λέγω· Δόξα ὁ Θεὸς τῶν ἁγίων, οὐ λέγω, Δόξα ξύλου ἢ ζωγραφίας· σὺ δὲ προσκυνήσας τὴν εἰκόνα, εἶπας· Δόξα Ναβουχοδονόσορ· ἐγὼ προσκυνῶ τὸν σταυρὸν, οὐ λέγω, Δόξα ξύλου, μὴ γένοιτο! σὺ δὲ προσκυνεῖς τὴν μόσχον, λέγεις· «Οὗτοι οἱ θεοί σου, Ἰσραὴλ, οἱ ἐξαγαγόντες σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου·» ἡμεῖς δὲ οἱ Χριστιανοὶ αἰχμαλωτιζόμενοι πολλὰ ἔτη καὶ καταπονούμενοι, τὸν Θεὸν οὐκ ἀρνούμεθα.
Μετάφραση
Και αν ο Ιουδαίος πει: «Πώς, ενώ ο Θεός πρόσταξε να μη προσκυνούμε ξύλα ή πέτρα και έργα ανθρώπινων χεριών, εσείς οι Χριστιανοί τα προσκυνείτε και τα σέβεστε, κατασκευάζοντας από αυτά σταυρούς και εικόνες;», πες του: «Πες μου κι εσύ, Ιουδαίε, γιατί κι εσύ προσκυνείς το βιβλίο του νόμου, αφού είναι φτιαγμένο από δέρματα και έχει κατεργαστεί μέσα σε ακαθαρσία; Και γιατί ο Ιακώβ ο πατριάρχης προσκύνησε επάνω στο άκρο της ράβδου του Ιωσήφ; Και αν έχει να πει ότι “όταν προσκυνώ το βιβλίο του νόμου, δεν προσκυνώ τη φύση των δερμάτων, αλλά τη δύναμη των λόγων· και ο Ιακώβ, προσκυνώντας τη ράβδο, δεν προσκύνησε το ξύλο, αλλά τον Ιωσήφ που την κρατούσε”, πες του ότι “έτσι και εμείς οι Χριστιανοί, όταν προσκυνούμε τον σταυρό του Χριστού, δεν προσκυνούμε τη φύση του ξύλου — μη γένοιτο! — αλλά τον Χριστό που σταυρώθηκε επάνω του. Και όπως εσείς, αν βρίσκατε τώρα τις δύο πλάκες και τα δύο χρυσά Χερουβίμ, που έφτιαξε ο Μωυσής, και την κιβωτό, θα τα προσκυνούσατε, τιμώντας Εκείνον που πρόσταξε να γίνουν αυτά, με τον ίδιο τρόπο και εμείς, όταν προσκυνούμε τις εικόνες, δεν προσκυνούμε το ξύλο — μη γένοιτο! — αλλά τιμούμε τον Χριστό και τους αγίους Του. Και δεν προσκυνούμε ούτε το ξύλο ούτε τη ζωγραφική παράσταση· επειδή πολλές φορές, όταν οι εικόνες παλιώνουν, τις σβήνουμε και τις ανακαινίζουμε, ή και, όταν σαπίσουν, τις καίμε και φτιάχνουμε άλλες καινούργιες, μόνο για καλή υπόμνηση. Εσείς όμως πείτε μου εκείνο: γιατί προσκυνήσατε την εικόνα που είχε στηθεί στη Βαβυλώνα από τον Ναβουχοδονόσορ, ενώ είχατε εκεί τον Δανιήλ και άλλους προφήτες να σας διδάσκουν; Κι εγώ μεν, ο Χριστιανός, όταν προσκυνώ εικόνα του Χριστού, λέγω: “Δόξα στον Θεό των αγίων”, δεν λέγω: “Δόξα στο ξύλο ή στη ζωγραφική”. Εσύ όμως, όταν προσκύνησες την εικόνα, είπες: “Δόξα στον Ναβουχοδονόσορ”. Εγώ προσκυνώ τον σταυρό και δεν λέγω: “Δόξα στο ξύλο” — μη γένοιτο! Εσύ όμως προσκυνείς το μοσχάρι και λες: “Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε έβγαλαν από τη γη της Αιγύπτου”. Εμείς όμως οι Χριστιανοί, παρ’ όλο που αιχμαλωτιζόμαστε για πολλά χρόνια και καταπονούμαστε, δεν αρνούμαστε τον Θεό.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες