Παρέβησαν ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ ἧς ἐνετείλω αὐτοῖς. Ἐποίησαν ἑαυτοῖς μόσχον, καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ τεθύκασιν αὐτῷ, καὶ εἶπαν· Οὗτοι οἱ θεοί σου, Ἰσραὴλ, οἵτινες ἀνεβίβασάν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου. Καὶ νῦν ἔασόν με, καὶ θυμωθεὶς ὀργῇ εἰς αὐτοὺς, ἐκτρίψω αὐτοὺς, καὶ ποιήσω σε εἰς ἔθνος μέγα. Καὶ ἐδεήθη Μωσῆς ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ.» Ἀκούεις ὅπως ἐλαφρὸν καὶ εὐπαράφορον ὄντα τὸν Ἰσραὴλ, καὶ πολὺ λίαν εὐπετῆ εἰς ἀπόστασιν; Οὐδὲ λαὸν «ἴδιον» ὀνομάζειν ἀξιοῖ· ἀλλὰ καίτοι διορισάμενος τὸν νόμον αὐτὸς, Μωσεῖ τὸ χρῆμα προσνέμει. «Παρέβησαν γὰρ, φησὶ, ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ ἧς ἐνετείλω αὐτοῖς.» Ταύτῃτοι καὶ ὁ Χριστὸς τοῖς τὰ ἴσα πεφρονηκόσι, καὶ τῆς ἀσεβείας τὴν δόκησιν ὑποπλαττομένοις, ἀγαθουργεῖν δὲ κατ᾽ ἀλήθειαν οὐ μεμελετηκόσιν, ἐπὶ τοῦ θείου βήματος ἐρεῖν ἔφη τὸν Κριτήν· «Ἀπόστητε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ἐργάται ἀνομίας, οὐκ οἶδα ὑμᾶς.» Οὐκοῦν Θεῷ γνώριμοι, καὶ λαὸς αὐτοῦ κατὰ ἀλήθειαν εἶεν ἂν, οἱ τῆς εἰς αὐτὸν ἀγάπης ἀδιασπάστως ἐχόμενοι, καὶ τὸ ἐν πίστει γνήσιον ἀποσώζοντες, καὶ ἐρηρεισμένοι πρὸς ἀγαθουργίαν, καὶ τὰ ἐκ τῆς ἐλαφρίας ἐγκλήματα παρωθούμενοι. Πλὴν ἐλιπάρει Μωσῆς, καὶ ἀνακόπτεσθαι τὴν ὀργὴν τὴν κατὰ πάντων ἠξίου.
Μετάφραση
«Παρεξέκλιναν γρήγορα από την οδό που τους διέταξες. Κατασκεύασαν για τον εαυτό τους ένα μοσχάρι, το προσκύνησαν, του προσέφεραν θυσία και είπαν: Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, οι οποίοι σε ανέβασαν από τη γη της Αιγύπτου. Και τώρα άφησέ με, και αφού οργιστώ με θυμό εναντίον τους, θα τους εξολοθρεύσω και θα κάνω εσένα ένα μεγάλο έθνος. Και ικέτευσε ο Μωυσής ενώπιον του Κυρίου του Θεού του.» Ακούς πώς ο Ισραήλ ήταν επιπόλαιος και ευεπηρέαστος, και πάρα πολύ επιρρεπής στην αποστασία; Ούτε καν καταδέχεται να τους ονομάσει «δικό» του λαό· αλλά, αν και ο ίδιος καθόρισε τον νόμο, αποδίδει την ευθύνη του πράγματος στον Μωυσή. «Διότι παρέβησαν», λέει, «γρήγορα την οδό που τους διέταξες». Για τον λόγο αυτόν και ο Χριστός, σε εκείνους που έχουν το ίδιο φρόνημα και πλάθουν υποκριτικά την εντύπωση της ασέβειας, ενώ δεν έχουν φροντίσει να αγαθοεργούν αληθινά, ανέφερε ότι ο Κριτής θα πει ενώπιον του θείου βήματος: «Απομακρυνθείτε από εμένα, εργάτες της ανομίας, δεν σας γνωρίζω.» Επομένως, γνωστοί στον Θεό και αληθινά δικός Του λαός θα ήταν εκείνοι που κρατούν αδιάσπαστα την αγάπη προς Αυτόν, διασώζοντας τη γνησιότητα της πίστης, όντας σταθερά προσηλωμένοι στην αγαθοεργία και αποδιώχνοντας τα αμαρτήματα που προέρχονται από την επιπολαιότητα. Όμως ο Μωυσής ικέτευε θερμά, και ζητούσε να ανακοπεί η οργή που στρεφόταν εναντίον όλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες