Καὶ Μωσῆς γ᾽ οὖν, γινώσκων τοὺς μὲν ἀγγέλους κτίσματα, τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἡνωμένον τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Πατρὶ, λέγοντος αὐτῷ τοῦ Θεοῦ· «Πορεύου, ἀνάβηθι ἐντεῦθεν σὺ καὶ ὁ λαός σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τῷ Ἀβραὰμ, καὶ τῷ Ἰσαὰκ, καὶ τῷ Ἰακὼβ λέγων· Τῷ σπέρματι ὑμῶν δώσω αὐτήν· καὶ συναποστελῶ πρὸ προσώπου σου τὸν ἄγγελόν μου, καὶ ἐκβαλεῖ τὸν Χαναναῖον·» παραιτεῖται λέγων· «Εἰ μὴ αὐτὸς συμπορεύῃ μεθ᾽ ἡμῶν, μή με ἀναγάγῃς ἐντεῦθεν.» Οὐκ ἐβούλετο γὰρ κτίσμα προηγεῖσθαι τοῦ λαοῦ, ἵνα μὴ μάθωσι λατρεύειν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα τὰ πάντα Θεόν. Ἀμέλει, τὸν ἄγγελον παραιτησάμενος, παρεκάλει αὐτὸν τὸν Θεὸν καθηγεῖσθαι αὐτῶν.
Μετάφραση
Και ο Μωυσής, λοιπόν, γνωρίζοντας ότι οι μεν άγγελοι είναι κτίσματα, το δε Άγιο Πνεύμα είναι ενωμένο με τον Υιό και τον Πατέρα, όταν ο Θεός τού είπε: «Πήγαινε, ανέβα από εδώ εσύ και ο λαός σου, τους οποίους έβγαλες από τη γη της Αιγύπτου, στη γη για την οποία ορκίστηκα στον Αβραάμ, στον Ισαάκ και στον Ιακώβ, λέγοντας: Στους απογόνους σας θα τη δώσω· και θα στείλω μπροστά σου τον άγγελό μου, και θα εκδιώξει τον Χαναναίο», το αρνείται λέγοντας: «Αν δεν συμπορευτείς εσύ ο ίδιος μαζί μας, μη με ανεβάσεις από εδώ». Διότι δεν ήθελε να προηγείται του λαού ένα κτίσμα, ώστε να μη μάθουν να λατρεύουν την κτίση αντί για τον Θεό που δημιούργησε τα πάντα. Πράγματι, αφού αρνήθηκε τον άγγελο, παρακαλούσε τον ίδιο τον Θεό να τους καθοδηγεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες