Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ γλυπτὸν οὐδὲ πᾶν ὁμοίωμα, οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδ᾽ οὐ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι κύριος ὁ θεὸς ὑμῶν», καὶ πάλιν «τοὺς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τὰς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε πυρί· οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεῷ ἑτέρῳ», καὶ μετ᾽ ὀλίγα «καὶ θεοὺς χωνευτοὺς οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.» καὶ πάλιν «καὶ θεοὺς χωνευτοὺς οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.» οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδ᾽ οὐ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι κύριος ὁ θεὸς ὑμῶν«, καὶ πάλιν »τοὺς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τὰς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε πυρί· οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεῷ ἑτέρῳ«, καὶ μετ᾽ ὀλίγα »καὶ θεοὺς χωνευτοὺς οὐ ποιήσεις ἑαυτῷ.» Ὁρᾷς, ὡς τῆς εἰδωλολατρείας ἕνεκα ἀπαγορεύει τὴν εἰκονογραφίαν καὶ ὅτι ἀδύνατον εἰκονίζεσθαι θεὸν τὸν ἄποσον καὶ ἀπερίγραπτον καὶ ἀόρατον. «Οὐ γὰρ εἶδος αὐτοῦ», φησίν, «ἑωράκατε», καθὰ καὶ Παῦλος ἑστὼς ἐν μέσῳ τοῦ Ἀρείου πάγου φησίν· «Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσίῳ ἢ ἀργυρίῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον.»
Μετάφραση
«Δεν θα κατασκευάσεις για τον εαυτό σου γλυπτό ούτε κανένα απολύτως ομοίωμα, δεν θα τα προσκυνήσεις ούτε θα τα λατρεύσεις, διότι εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας», και πάλι: «τους βωμούς τους θα γκρεμίσετε και τις στήλες τους θα συντρίψετε και τα ιερά τους δάση θα κόψετε και τα γλυπτά των θεών τους θα κατακάψετε με φωτιά· διότι σε καμία περίπτωση δεν θα προσκυνήσετε άλλον θεό», και λίγο μετά: «και χωνευτούς θεούς δεν θα κατασκευάσεις για τον εαυτό σου». Και πάλι: «και χωνευτούς θεούς δεν θα κατασκευάσεις για τον εαυτό σου.» «Δεν θα τα προσκυνήσεις ούτε θα τα λατρεύσεις, διότι εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας», και πάλι: «τους βωμούς τους θα γκρεμίσετε και τις στήλες τους θα συντρίψετε και τα γλυπτά των θεών τους θα κατακάψετε με φωτιά· διότι σε καμία περίπτωση δεν θα προσκυνήσετε άλλον θεό», και λίγο μετά: «και χωνευτούς θεούς δεν θα κατασκευάσεις για τον εαυτό σου.» Βλέπεις, πώς εξαιτίας της ειδωλολατρίας απαγορεύει την εικονογραφία και ότι είναι αδύνατον να εικονίζεται ο Θεός, ο άποσος, απερίγραπτος και αόρατος. «Διότι», λέει, «δεν είδατε καμία μορφή του», όπως ακριβώς και ο Παύλος, στεκόμενος στο μέσο του Αρείου Πάγου, λέει: «Εφόσον λοιπόν είμαστε γένος του Θεού, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι το θείο είναι όμοιο με χρυσό ή άργυρο ή λίθο, δημιούργημα ανθρώπινης τέχνης και επινόησης».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες