Καὶ οὐκ αἰσχύνονται· καίτοι γινώσκοντες τὰ τοιαῦτα ἔργα ὄντα τοῦ Θεοῦ, ὅτι τῷ Βεελζεβοὺλ πνεύματος ἔλεγον γίνεσθαι ταῦτα. Πῶς οὖν, ταῦτα τολμῶντες, ἔτι δύνανται τοὺς Ἕλληνας αἰτιᾶσθαι, πλάττοντας εἴδωλα, καὶ θεοὺς ὀνομάζοντας αὐτά; Ὅμοια γὰρ καὶ τὰ αὐτῶν τῆς ἐκείνων μανίας· ἢ τάχα καὶ μείζονα τὰ τούτων τολμήματα τυγχάνει ὄντα· ὅτι, καίπερ νόμον περὶ τούτου λαβόντες, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἠτίμασαν. Τί δὲ τοιαῦτα βλασφημοῦντες ποιήσουσιν, ὅταν ἀναγινώσκωσι τὸν προφήτην Ἡσαΐαν, καὶ ἀκούσωσι, τὰ σημεῖα τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας εἶναι τυφλῶν ἀνάβλεψιν, χωλῶν περίπατον, ἀλάλων λαλιὰν, νεκρῶν ἀνάστασιν, λεπρῶν θεραπείαν, καὶ κωφῶν ἀκοῆς ἄνοιξιν; ἄρα γὰρ καὶ τούτων τίνα θελήσουσιν εἶναι τὸν ποιητήν; Τὸν μὲν γὰρ Θεὸν λέγοντες, ἑαυτοὺς διελέγξουσιν ἀσεβήσαντας εἰς τὸν Κύριον· ἃ γὰρ ὁ προφήτης προβλέπων εἴρηκε, ταῦτα παρὼν αὐτὸς ὁ Κύριος πεποίηκεν· ἐὰν δὲ, ὡς προπετείᾳ προληφθέντες, τολμήσωσιν εἰπεῖν κἀκεῖνα ἐν τῷ Βεελζεβοὺλ γίνεσθαι, φοβοῦμαι μὴ, κατ᾽ ὀλίγον ἐν ἀσεβείᾳ προκόπτοντες, καὶ ἀναγινώσκοντες· «Τίς ἔδωκε στόμα ἀνθρώπῳ; Καὶ τίς ἐποίησε δύσκωφον καὶ κωφὸν, βλέποντα καὶ τυφλόν;» καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, μανέντες πάλιν εἴπωσι τοῦ Βεελζεβοὺλ εἶναι καὶ ταύτας τὰς φωνάς.
Μετάφραση
Και δεν ντρέπονται· αν και γνωρίζουν ότι τέτοια έργα είναι του Θεού, έλεγαν ότι αυτά γίνονται από το πνεύμα του Βεελζεβούλ. Πώς λοιπόν, εφόσον τολμούν να λένε αυτά, μπορούν ακόμη να κατηγορούν τους Έλληνες, οι οποίοι κατασκευάζουν είδωλα και τα ονομάζουν θεούς; Διότι και οι δικές τους πράξεις είναι όμοιες με τη μανία εκείνων· ή μάλλον τα δικά τους τολμήματα τυγχάνει να είναι ακόμη μεγαλύτερα, διότι, αν και έλαβαν νόμο γι' αυτό, με την παράβαση του νόμου ατίμασαν τον Θεό. Τι θα κάνουν, λοιπόν, ξεστομίζοντας τέτοιες βλασφημίες, όταν διαβάζουν τον προφήτη Ησαΐα και ακούν ότι τα σημεία της παρουσίας του Χριστού είναι η ανάβλεψη των τυφλών, το περπάτημα των χωλών, η ομιλία των αλάλων, η ανάσταση των νεκρών, η θεραπεία των λεπρών και η διάνοιξη της ακοής των κωφών; Άραγε, ποιον θα θελήσουν να θεωρήσουν δημιουργό αυτών; Διότι, εάν μεν πουν τον Θεό, θα ελέγξουν οι ίδιοι τον εαυτό τους ότι ασέβησαν απέναντι στον Κύριο· διότι αυτά που προείδε και είπε ο προφήτης, τα έπραξε ο ίδιος ο Κύριος αυτοπροσώπως. Εάν όμως, κυριευμένοι από προπέτεια, τολμήσουν να πουν ότι και εκείνα γίνονται με τη δύναμη του Βεελζεβούλ, φοβάμαι μήπως, προχωρώντας λίγο-λίγο στην ασέβεια, και διαβάζοντας το χωρίο: «Ποιος έδωσε στόμα στον άνθρωπο; Και ποιος έκανε τον βαρύκοο και τον κωφό, αυτόν που βλέπει και τον τυφλό;» και τα παρόμοια με αυτά, μέσα στη μανία τους πουν πάλι ότι και αυτά τα λόγια είναι του Βεελζεβούλ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες