καὶ νῦν πορεύου καὶ ”ἐγὼ ἀνοίξω τὸ στόμα σου·” ἀναδυομένου δὲ μετὰ τοῦτο, καὶ μέλλοντος ἔτι, “ὀργίσθη, φησὶ, Κύριος ἐπὶ Μωυσῆν,” καὶ εἶπεν “Οὐκ ἰδοὺ Ἀαρὼν ὁ ἀδελφός σου; ἐπίσταμαι ”ὅτι λαλῶν λαλήσει αὐτός σοι·” Ἱερεμίου δὲ πάλιν προαλέστερον εἰρηκότος, ὅτι Νεώτερος ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἐπίσταμαι λαλεῖν, οὐδὲν ἧττον ὑπήντα Θεὸς, λέγων “Μὴ λέγε, ὅτι ”νεώτερος ἐγώ εἰμι, ὅτι πρὸς πάντας οὓς ἐὰν ἐξαποστελῶ σε, “πορεύσῃ, καὶ κατὰ πάντα ὅσα ἂν ἐντείλωμαί σοι, λαλή- ”σεις.” οὐ γὰρ ἦν ὅλως ἀκίνδυνον εἰπεῖν, ἤγουν ἐννοῆσαι μόνον, ὅτι λογισμοῦ τοῦ πρέποντος ἡ ὑπερτάτη βουλὴ διημάρτηκε, νέον ἄνδρα καλοῦσα πρὸς προφητείαν. ὁμοίως ὁ θεσπέσιος Πέτρος ἤκουσε μὲν τῆς ὀθόνης καθιεμένης ἐξ οὐρανοῦ “Ἀναστὰς, Πέτρε, θῦσον καὶ φάγε·” ἐπειδὴ δὲ Ἰουδαϊκῶς ἀνεκεκράγει τὸ, “Μηδαμῶς Κύριε· ὅτι οὐδέποτε ”ἔφαγον κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον,” ἐπετιμᾶτο παραχρῆμα, καὶ ὡς τοῖς θείοις σκέμμασιν ἀντιφέρεσθαι τολμῶν, ἤκουεν ἐναργῶς “Ἃ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε, σὺ μὴ κοίνου.” εἰ γὰρ καὶ ἐλέγχειν ἤθελεν ἠπίως ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, καὶ οὐκ εὐθὺς ὡς ἀντειρηκόσιν οὐ μετρίως ἐξεπικραίνετο, ἀλλ᾽ οὐκ ἔξω γέγονεν αἰτίας αὐτοῖς ἡ παραίτησις.
Μετάφραση
Και τώρα πήγαινε και «εγώ θα ανοίξω το στόμα σου»· επειδή όμως μετά από αυτό εκείνος δίσταζε και καθυστερούσε ακόμη, «οργίστηκε, λέει, ο Κύριος εναντίον του Μωυσή», και είπε: «Δεν είναι εκεί ο Ααρών ο αδελφός σου; Γνωρίζω ότι αυτός θα μιλήσει για σένα». Και όταν πάλι ο Ιερεμίας είπε νωρίτερα, ότι «είμαι πολύ νέος και δεν γνωρίζω να μιλώ», παρ' όλα αυτά ο Θεός του απάντησε, λέγοντας: «Μη λες ότι “είμαι νέος”, διότι σε όλους, προς τους οποίους θα σε αποστείλω, θα πας, και θα πεις όλα όσα θα σου παραγγείλω». Διότι δεν ήταν καθόλου ακίνδυνο να πει κανείς, ή έστω μόνο να σκεφτεί, ότι η υπέρτατη βουλή απέτυχε ως προς τον ορθό λογισμό καλώντας έναν νέο άνδρα στην προφητεία. Ομοίως, ο θεσπέσιος Πέτρος άκουσε, όταν κατέβαινε η οθόνη από τον ουρανό: «Σήκω, Πέτρε, σφάξε και φάε»· επειδή όμως αναφώνησε ιουδαϊκά: «Σε καμία περίπτωση, Κύριε, διότι ποτέ δεν έφαγα κάτι βέβηλο ή ακάθαρτο», επιτιμήθηκε αμέσως, και επειδή τόλμησε να αντιτεθεί στις θείες αποφάσεις, άκουσε ξεκάθαρα: «Όσα ο Θεός καθάρισε, εσύ μην τα θεωρείς βέβηλα». Διότι ακόμη και αν ο Θεός των όλων ήθελε να τους ελέγξει ήπια, και δεν εξοργίστηκε αμέσως υπερβολικά με όσους έφεραν αντίρρηση, ωστόσο η άρνησή τους δεν έμεινε απαλλαγμένη ευθύνης.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες