Εἶτα τοῦ Θεοῦ λέγοντος, ὅτι προσήκει βαδίζειν αὐτὸν ὁμοῦ τῇ γερουσίᾳ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ πρὸς τὸν ἀπόπληκτον Φαραὼ, σαφηνιοῦντα ὅτι προσκέκληται ὁ Θεὸς τοὺς ἐξ Ἰσραὴλ, ἵνα θύσωσιν αὐτῷ κατὰ τὴν ἔρημον· προσθέντος δὲ ὅτι δεήσει σκυλεῦσαι τοὺς Αἰγυπτίους, δεχομένης γυναικὸς παρὰ γείτονος καὶ συσκήνου αὐτῆς σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ, καὶ ἱματισμόν· «Ἀπεκρίθη, φησὶν, ὁ Μωσῆς καὶ εἶπεν· Ἐὰν δὲ μὴ πιστεύσωσι, μηδὲ εἰσακούσωσι τῆς φωνῆς μου (ἐροῦσι γὰρ, ὅτι Οὐκ ὦπταί σοι ὁ Θεὸς), τί ἐρῶ πρὸς αὐτούς; Εἶπε δὲ αὐτῷ Κύριος· Τί τοῦτο ἐν τῇ χειρί σου· Ὁ δὲ εἶπεν· Ῥάβδος.
Μετάφραση
Έπειτα, όταν ο Θεός τού έλεγε ότι πρέπει να μεταβεί ο ίδιος μαζί με τους πρεσβυτέρους των υιών του Ισραήλ προς τον παράφρονα Φαραώ, για να του εξηγήσουν ξεκάθαρα ότι ο Θεός έχει προσκαλέσει τους Ισραηλίτες προκειμένου να του προσφέρουν θυσία στην έρημο· και όταν πρόσθεσε ότι θα χρειαστεί να λαφυραγωγήσουν τους Αιγυπτίους, παίρνοντας κάθε γυναίκα από τη γειτόνισσά της και από τη συγκάτοικό της σκεύη ασημένια και χρυσά, καθώς και ενδύματα· «Αποκρίθηκε, λέγει, ο Μωυσής και είπε: Εάν όμως δεν με πιστέψουν, ούτε εισακούσουν τη φωνή μου (διότι θα πουν, ότι δεν σου έχει εμφανιστεί ο Θεός), τι να τους πω; Είπε τότε σε αυτόν ο Κύριος: Τι είναι αυτό στο χέρι σου; Και εκείνος απάντησε: Ράβδος.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες