εʹ. Τρεῖς γοῦν δουλείας ὑπέμειναν χαλεπωτάτας οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ οὐδεμίαν χωρὶς προῤῥήσεως αὐτοῖς ἐπήγαγεν, ἀλλὰ πάσας αὐτοῖς προλεχθῆναι παρεσκεύασεν ὁ Θεὸς, καὶ τόπον, καὶ χρόνον, καὶ πρόσωπον, καὶ εἶδος κακώσεως, καὶ τὴν ἐπάνοδον, καὶ τὰ ἄλλα πάντα μετὰ ἀκριβείας προλέγων. Καὶ [τὴν] πρώτην [πρόῤῥησιν] ἐρῶ τὴν ἐν Αἰγύπτῳ. Πρὸς γοῦν τὸν Ἀβραὰμ διαλεγόμενος, οὕτω πώς φησι· Γινώσκων γνώσῃ. ὅτι πάροικον ἔσται τὸ σπέρμα σου ἐν γῇ οὐκ ἰδίᾳ· καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ, καὶ κακώσουσιν ἔτη τετρακόσια. Τὸ δὲ ἔθνος, ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι, κρινῶ ἐγὼ, εἶπεν ὁ Θεός. Τετάρτῃ δὲ γενεᾷ ἐπανελεύσονται ὧδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς. Εἶδες πῶς τὸν ἀριθμὸν εἶπε τῶν ἐτῶν· τετρακόσια ἔτη· τὸν τρόπον τῆς δουλείας, ὅτι οὐχ ἁπλῶς δουλώσουσιν, ἀλλὰ καὶ κακώσουσιν. Ἄκουε γοῦν πῶς μετὰ ταῦτα ἐξηγεῖται ὁ Μωϋσῆς τὴν κάκωσιν· Τὰ ἄχυρα οὐ δίδοται τοῖς οἰκέταις σου, φησὶ, καὶ λέγουσιν ἡμῖν τὴν πλινθουργίαν ποιεῖν. Καὶ ἐμαστιγοῦντο καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν, ἵνα μάθῃς, τί ἔστι τὸ, Δουλώσουσι καὶ κακώσουσι, καὶ, Τὸ ἔθνος ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι, κρινῶ ἐγώ· τὸν καταποντισμὸν τῶν Αἰγυπτίων λέγων, τὸν διὰ τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ὃν ἐν ταῖς ᾠδαῖς Μωϋσῆς ἀναγράφων οὕτως ἔλεγεν· Ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔῤῥιψεν εἰς θάλασσαν. Εἶτα καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐπανόδου, ὅτι ἐξελεύσονται ὧδε μετὰ ἀποσκευῆς πολλῆς.
Μετάφραση
ε'. Τρεις σκληρότατες δουλείες, λοιπόν, υπέμειναν οι Ιουδαίοι, και καμία δεν επέφερε σε αυτούς ο Θεός χωρίς προαναγγελία, αλλά φρόντισε να τους προαναγγελθούν όλες, προλέγοντας με ακρίβεια και τον τόπο, και τον χρόνο, και το πρόσωπο, και το είδος της κακώσεως, και την επιστροφή, και όλα τα άλλα. Και ως πρώτη προφητεία θα αναφέρω εκείνη για την Αίγυπτο. Συνομιλώντας, λοιπόν, με τον Αβραάμ, λέει περίπου τα εξής: «Να γνωρίζεις καλά ότι το σπέρμα σου θα είναι πάροικο σε γη που δεν θα είναι δική του· και θα το υποδουλώσουν, και θα το κακοποιήσουν επί τετρακόσια έτη. Το δε έθνος στο οποίο θα υποδουλωθούν, θα το κρίνω εγώ», είπε ο Θεός. «Στην τέταρτη δε γενεά θα επιστρέψουν εδώ με πολλές αποσκευές». Είδες πώς ανέφερε τον αριθμό των ετών, τα «τετρακόσια έτη»· τον τρόπο της δουλείας, ότι δεν θα τους υποδουλώσουν απλώς, αλλά και θα τους κακοποιήσουν; Άκουσε, λοιπόν, πώς μετά από αυτά εξηγεί ο Μωυσής την κακοποίηση: «Άχυρα δεν δίνονται στους δούλους σου», λέει, «και μας διατάζουν να κατασκευάζουμε πλίνθους». Και μαστιγώνονταν κάθε ημέρα, για να μάθεις τι σημαίνει το «θα τους υποδουλώσουν και θα τους κακοποιήσουν», και το «το έθνος στο οποίο θα υποδουλωθούν, θα το κρίνω εγώ»· εννοώντας τον καταποντισμό των Αιγυπτίων, εκείνον διαμέσου της Ερυθράς Θάλασσας, τον οποίο ο Μωυσής, καταγράφοντάς τον στις ωδές, ανέφερε ως εξής: «Άλογο και αναβάτη έριξε στη θάλασσα». Έπειτα αναφέρει και τον τρόπο της επιστροφής, ότι δηλαδή «θα εξέλθουν εδώ με πολλές αποσκευές».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες