Ἰακὼβ δὲ εἰς Χαρρὰν πρὸς Λάβαν ἐλθεῖν ἐτῶν ὄντα πʹ καὶ γεννῆσαι Λευίν· Λευὶν δὲ ἐν Αἰγύπτῳ ἐπιγενέσθαι ἔτη ιζʹ, ἀφ᾽ οὗ ἐκ Χαναὰν αὐτὸν ἐλθεῖν εἰς Αἴγυπτον, ὥστε εἶναι αὐτὸν ἐτῶν ξʹ, καὶ γεννῆσαι Κλάθ, τῷ αὐτῷ δὲ ἔτει ᾧ γενέσθαι Κλάθ, τελευτῆσαι Ἰακὼβ ἐν Αἰγύπτῳ, εὐλογήσαντα τοὺς Ἰωσὴφ υἱούς, ὄντα ἐτῶν ρμζʹ, καταλιπόντα Ἰωσὴφ ὄντα ἐτῶν νϛʹ. Λευὶν δὲ γενόμενον ἐτῶν ρλζʹ τελευτῆσαι, Κλὰθ δὲ ὄντα ἐτῶν μʹ γεννῆσαι Ἀμβράμ, ὃν ἐτῶν εἶναι ιδʹ ἐν ᾧ τελευτῆσαι Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ ὄντα ριʹ ἐτῶν· Κλὰθ δὲ γενόμενον ἐτῶν ἑκατὸν λγʹ τελευτῆσαι. Ἀμβρὰμ δὲ λαβεῖν γυναῖκα τὴν τοῦ θείου θυγατέρα Ἰωχαβὲτ καὶ ὄντα ἐνιαυτῶν οεʹ γεννῆσαι Ἀαρὼν [καὶ Μωσῆν]· γεννῆσαι δὲ Μωσῆν τὸν Ἀμβρὰμ ὄντα ἐτῶν οηʹ, καὶ γενόμενον Ἀμβρὰμ ἐτῶν ρλϛʹ τελευτῆσαι.” Ταῦτά μοι κείσθω ἀπὸ τῆς Ἀλεξάνδρου τοῦ Πολυΐστορος γραφῆς. ἑξῆς δ᾽ ἐπισυνήφθω καὶ τάδε·
Μετάφραση
«Ο Ιακώβ πήγε στη Χαρράν στον Λάβαν όντας ογδόντα ετών και γέννησε τον Λευί· ο δε Λευί έζησε στην Αίγυπτο επιπλέον δεκαεπτά έτη, αφότου ήλθε από τη Χαναάν στην Αίγυπτο, με αποτέλεσμα να είναι εξήντα ετών, και γέννησε τον Κλαθ. Το ίδιο έτος που γεννήθηκε ο Κλαθ, πέθανε ο Ιακώβ στην Αίγυπτο, αφού ευλόγησε τους γιους του Ιωσήφ, σε ηλικία εκατόν σαράντα επτά ετών, αφήνοντας πίσω του τον Ιωσήφ σε ηλικία πενήντα έξι ετών. Ο Λευί, αφού έγινε εκατόν τριάντα επτά ετών, πέθανε, και ο Κλαθ, όντας σαράντα ετών, γέννησε τον Αμβράμ, ο οποίος ήταν δεκατεσσάρων ετών όταν πέθανε ο Ιωσήφ στην Αίγυπτο σε ηλικία εκατόν δέκα ετών. Ο δε Κλαθ, αφού έφτασε σε ηλικία εκατόν τριάντα τριών ετών, πέθανε. Ο Αμβράμ πήρε ως γυναίκα του την κόρη του θείου του, την Ιωχαβέτ, και όντας εβδομήντα πέντε ετών γέννησε τον Ααρών [και τον Μωυσή]· τον Μωυσή τον γέννησε ο Αμβράμ όντας εβδομήντα οκτώ ετών, και αφού ο Αμβράμ έγινε εκατόν τριάντα έξι ετών, πέθανε». Αυτά ας παρατεθούν από εμένα από το σύγγραμμα του Αλεξάνδρου του Πολυΐστορος. Στη συνέχεια δε, ας επισυναφθούν και τα ακόλουθα:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες