ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἐν πυρὶ φλογὸς βάτου», καὶ μεθ᾽ ἕτερα· «ὡς δὲ εἶδεν, ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ἐκ μέσου τοῦ βάτου λέγων, Μωυσῆ Μωυσῆ, μὴ ἐγγίσῃς ὧδε· λῦσαι τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου, ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας ἐπ᾽ αὐτῷ γῆ ἁγία ἐστίν», καὶ μετ᾽ ὀλίγα· «καὶ εἶπεν κύριος πρὸς αὐτόν, ἐγώ εἰμι ὁ ὤν», καὶ αὖθις· «ἐλάλησεν κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ εἶπεν πρὸς αὐτόν, ἐγὼ κύριος ὤφθην πρὸς Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, θεὸς ὢν αὐτῶν, καὶ τὸ ὄνομά μου οὐκ ἐδήλωσα αὐτοῖς· καὶ ἔστησα τὴν διαθήκην μου πρὸς αὐτούς».
Μετάφραση
«Εμφανίστηκε δε σε αυτόν άγγελος Κυρίου μέσα σε πύρινη φλόγα βάτου», και μετά από άλλα: «όταν δε είδε ότι πλησιάζει για να δει, τον κάλεσε μέσα από τη βάτο λέγοντας, Μωυσή Μωυσή, μην πλησιάσεις εδώ· βγάλε τα υποδήματα από τα πόδια σου, διότι ο τόπος πάνω στον οποίο στέκεσαι είναι γη αγία», και λίγο παρακάτω: «και είπε ο Κύριος προς αυτόν, εγώ είμαι ο Ών», και πάλι: «μίλησε ο Κύριος στον Μωυσή και του είπε, εγώ ο Κύριος εμφανίστηκα στον Αβραάμ και στον Ισαάκ και στον Ιακώβ, όντας Θεός τους, και το όνομά μου δεν τους το φανέρωσα· και σύναψα τη διαθήκη μου μαζί τους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες