Στενοχωρούμενος γὰρ τὴν ψυχὴν, πανταχόθεν ζητεῖ παραμυθίαν τῆς θλίψεως εὑρεῖν· οὐ μικρὰν δὲ φέρει λόγος παραμυθίαν. Τί οὖν, φησὶν, οἱ Ἰουδαῖοι; πῶς θλιβόμενοι ἀπὸ τῆς ὀλιγοψυχίας οὐκ ἤκουον; Ὅτι Ἰουδαῖοι ἦσαν, οἱ ἀεὶ ἀσθενεῖς καὶ ταλαίπωροι· ἄλλως τε καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖ πολλὴ ἡ θλῖψις ἦν, ἡμῖν δὲ περὶ συμμέτρου ὁ λόγος. Ὅρα γάρ· προσεδόκησαν ἀπαλλάττεσθαι τῶν κατεχόντων αὐτοὺς κακῶν ἐκεῖνοι, καὶ μυρίοις περιέπεσον μᾶλλον δεινοῖς· τοῦτο δὲ οὐχ ὡς ἔτυχεν ἀπορεῖ ψυχήν. Αἱ θλίψεις ἀποσχίζουσιν ἡμᾶς τῆς συμπαθείας τῆς πρὸς τὸν παρόντα κόσμον· εὐθέως γοῦν τὸν θάνατον αἰτοῦμεν, καὶ οὐκ ἐσμὲν φιλοσώματοι· ὅπερ μέγιστον φιλοσοφίας μέρος ἐστὶ, μὴ κεχηνέναι μηδὲ προσδεδέσθαι τῇ παρούσῃ ζωῇ. Ἡ θλιβομένη ψυχὴ οὐ βούλεται περὶ πολλὰ εἶναι, ἀλλ᾽ ἀναπαύσεώς τινος μόνον καὶ ἡσυχίας ἐρᾷ· ἀγαπητὸν αὐτῇ τῶν παρόντων ἀπαλλαγῆναι, κἂν μηδὲν ἕτερον ᾖ. Καθάπερ σῶμα πεπονηκὸς καὶ ταλαιπωρηθὲν οὐκ ἐρᾷν βούλεται, οὐ γαστρίζεσθαι, ἀλλ᾽ ἀναπαύεσθαι καὶ ἡσυχῇ κεῖσθαι· οὕτω καὶ ψυχὴ μυρίοις ταριχευθεῖσα κακοῖς, πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἡσυχίαν ἐπείγεται εἶναι. Ἡ ἐν ἀνέσει οὖσα ἐπτόηται, τεθορύβηται, μετέωρός ἐστιν· αὕτη δὲ οὐδὲν κεχηνὸς ἔχουσα οὐδὲ διαῤῥέον, ὅλη συνέσφιγκται καὶ μένει ἀμετεώριστος· καὶ ἡ μὲν ἀνδρειοτέρα, ἡ δὲ παιδικωτέρα ἐστί· καὶ ἡ μὲν βαρυτέρα, ἡ δὲ κουφοτέρα.
Μετάφραση
Διότι αυτός που στενοχωρείται στην ψυχή, αναζητά από παντού να βρει παρηγοριά για τη θλίψη του· και ο λόγος προσφέρει όχι μικρή παρηγοριά. Τι συμβαίνει λοιπόν, λέει κάποιος, με τους Ιουδαίους; Πώς, ενώ θλίβονταν, εξαιτίας της ολιγοψυχίας τους δεν άκουγαν; Επειδή ήταν Ιουδαίοι, οι πάντοτε ασθενείς και ταλαίπωροι· και επιπλέον επειδή και εκεί η θλίψη ήταν μεγάλη, ενώ ο δικός μας λόγος αφορά σε σύμμετρη (μέτρια) θλίψη. Διότι πρόσεξε: εκείνοι προσδοκούσαν να απαλλαγούν από τα δεινά που τους κατείχαν, και περιέπεσαν σε μύρια χειρότερα δεινά· και αυτό δεν φέρνει σε τυχαία απόγνωση την ψυχή. Οι θλίψεις μάς αποκόπτουν από την προσκόλληση προς τον παρόντα κόσμο· γι' αυτό, αμέσως ζητούμε τον θάνατο και παύουμε να είμαστε φιλοσώματοι· πράγμα που αποτελεί το μέγιστο μέρος της φιλοσοφίας, το να μην επιθυμούμε δηλαδή άπληστα ούτε να είμαστε δεμένοι με την παρούσα ζωή. Η θλιβόμενη ψυχή δεν θέλει να ασχολείται με πολλά, αλλά επιθυμεί μόνο κάποια ανάπαυση και ησυχία· θεωρεί επιθυμητό να απαλλαγεί από τα παρόντα, έστω κι αν δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Όπως ακριβώς ένα σώμα καταπονημένο και ταλαιπωρημένο δεν αναζητά τις σαρκικές ηδονές ούτε τη γαστριμαργία, αλλά το να αναπαύεται και να κείτεται ήσυχα· έτσι και η ψυχή, βασανισμένη από μύρια κακά, επείγεται να βρει ανάπαυση και ησυχία. Εκείνη που βρίσκεται στην άνεση είναι ταραγμένη, θορυβημένη και μετέωρη· τούτη όμως (η θλιβόμενη), μη έχοντας καμία διάσπαση ούτε χαλαρότητα, είναι ολόκληρη συμμαζεμένη και παραμένει σταθερή· και η μεν είναι πιο ανδρεία, η δε πιο παιδαριώδης· και η μεν είναι πιο σοβαρή, η δε πιο ελαφριά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες