Ἀλλ᾽ οὖν ἔξω παντελῶς τῆς ἰδίας ἡμᾶς οὐκ ἐφίησι γῆς· μερίζεσθαι δὲ, ὥσπερ ἐπ᾽ ἄμφω κελεύει, εἴς τε τὸ αὐτῷ δοκοῦν, καὶ τὸ τῷ πάντων Δεσπότῃ. Ἀλλ᾽ ἔστιν ἀμήχανον ἀμώμητον παρ᾽ ἡμῶν τὸν τῆς λατρείας γενέσθαι τρόπον, εἰ μὴ ὥσπερ πάσης ἐκδεδραμηκότες τῆς τοῦ διαβόλου χώρας, ἀμέτοχοι παντελῶς τῆς ὑπ᾽ ἐκείνῳ θητείας εὑρισκοίμεθα. Ὅτι δὲ ἀληθὴς ὁ λόγος, ἐξ αὐτῶν τε τῶν τοῦ πανσόφου Μωσέως πληροφορήσω ῥημάτων. Τί γὰρ ἔφη πρὸς Φαραὼ, «Πορευθέντες, λέγοντα, θύσατε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν ἐν τῇ γῇ μου;» βοῶν, οὐ δυνατὸν γενέσθαι οὕτως· «Οὐδεὶς γὰρ δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν,» καθάπερ ἔφθην εἰπών· καὶ ἔστι τῶν ἀκαλλεστάτων φαυλότητός τε ὁμοῦ, καὶ τῶν τελούντων εἰς ἀρετὴν ὁρᾶσθαι δημιουργοὺς, καὶ τοῖς τοσοῦτον ἀλλήλων διωρισμένοις τὴν ἰσομοιροῦσαν ἀπονέμειν σπουδὴν, ὡς μαλακίζεσθαι μὲν ἔσθ᾽ ὅτε νοσοῦντα τὸν νοῦν τὸ τῷ διαβόλῳ τετιμημένον, ἀναῤῥώννυσθαι δὲ αὖθις εἰς τὸ ἀρέσκον Θεῷ, δικαιωτάτην ὥσπερ ἐφ᾽ ἑαυτῷ καλοῦντα τὴν καταβοήν. Δι᾽ ὧν γὰρ ἔγνω τιμᾷν, ἃ χρῆν ἑλέσθαι καὶ μόνα τῆς ἐκείνοις αἰσχρότητος πῶς ἂν οὐ σφόδρα κατηγορήσειεν;
Μετάφραση
Αλλά, ωστόσο, δεν μας αφήνει να βγούμε εντελώς έξω από τη δική του γη· μας προστάζει να μοιραστούμε και στα δύο, και σε ό,τι φαίνεται καλό σε αυτόν, και στον Δεσπότη των πάντων. Αλλά είναι αδύνατον να γίνει άμεμπτος από εμάς ο τρόπος της λατρείας, αν δεν βρεθούμε, έχοντας ξεφύγει από όλη τη χώρα του διαβόλου, εντελώς αμέτοχοι της δουλείας σε αυτόν. Και ότι ο λόγος είναι αληθινός, θα σας το βεβαιώσω από τα ίδια τα λόγια του πάνσοφου Μωυσή. Διότι τι απάντησε στον Φαραώ, όταν εκείνος του έλεγε: «Πηγαίνετε, θυσιάστε στον Κύριο τον Θεό σας μέσα στη γη μου;» φωνάζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει έτσι· «Διότι κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους», όπως προείπα. Και είναι από τα πιο άσχημα πράγματα να φαινόμαστε εργάτες ταυτόχρονα και της φαυλότητας και όσων οδηγούν στην αρετή, και να επιδεικνύουμε την ίδια προθυμία σε πράγματα τόσο αντίθετα μεταξύ τους, ώστε άλλοτε ο νους, νοσώντας, να ενδίδει σε ό,τι τιμάται από τον διάβολο, και άλλοτε πάλι να ανακτά τις δυνάμεις του προς ό,τι αρέσει στον Θεό, προσελκύοντας πάνω του, τρόπον τινά, δικαιότατη κατακραυγή. Διότι με εκείνα που αναγνώρισε ότι πρέπει να τιμά, πράγματα που όφειλε να επιλέξει ως τα μοναδικά, πώς δεν θα κατηγορούσε σφοδρότατα την αισχρότητα εκείνων;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες