Μανωὲ δὲ τὸν κριτὴν πρότερον, καὶ Πέτρον τὸν μαθητὴν ὕστερον, πῶς οὐ τεθαύμακας; τὸν μὲν οὐδὲ ὄψιν φέροντα τοῦ φαντασθέντος θεοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, Ἀπολώλαμεν, ὦ γύναι, λέγοντα, θεὸν ἑωράκαμεν· ὡς οὐ χωρητῆς οὔσης ἀνθρώποις οὐδὲ φαντασίας θείας, μὴ ὅτι γε φύσεως· τὸν δὲ καὶ τὸν φαινόμενον Χριστὸν τῷ πλοίῳ μὴ προσιέμενον, καὶ διὰ τοῦτο ἀποπεμπόμενον. καίτοιγε θερμότερος τῶν ἄλλων εἰς ἐπίγνωσιν Χριστοῦ Πέτρος, καὶ διὰ τοῦτο μακαριζόμενος, καὶ τὰ μέγιστα πιστευόμενος. τί δ᾽ ἂν εἴποις περὶ Ἠσαίου, καὶ Ἰεζεχιὴλ τοῦ τῶν μεγίστων ἐπόπτου, καὶ τῶν λοιπῶν προφητῶν; ὧν ὁ μὲν τὸν Κύριον Σαβαὼθ εἶδε καθήμενον ἐπὶ θρόνου δόξης, καὶ τοῦτον ὑπὸ τῶν ἑξαπτερύγων σεραφὶμ κυκλούμενον καὶ αἰνούμενον καὶ ἀποκρυπτόμενον, ἑαυτόν τε τῷ ἄνθρακι καθαιρόμενον, καὶ πρὸς τὴν προφητείαν καταρτιζόμενον· ὁ δὲ καὶ τὸ ὄχημα τοῦ θεοῦ τὰ χερουβὶμ διαγράφει, καὶ τὸν ὑπὲρ αὐτῶν θρόνον, καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ στερέωμα, καὶ τὸν ἐν τῷ στερεώματι φανταζόμενον, καὶ φωνὰς δή τινας, καὶ ὁρμάς, καὶ πράξεις, καὶ ταῦτα εἴτε φαντασία τις ἦν ἡμερινή, μόνοις θεωρητὴ τοῖς ἁγίοις, εἴτε νυκτὸς ἀψευδὴς ὄψις, εἴτε τοῦ ἡγεμονικοῦ τύπωσις συγγινομένη τοῖς μέλλουσιν ὡς παροῦσιν, εἴτε τι ἄλλο προφητείας εἶδος ἀπόρρητον, οὐκ ἔχω λέγειν· ἀλλ᾽ οἶδεν ὁ τῶν προφητῶν θεός, καὶ οἱ τὰ τοιαῦτα ἐνεργούμενοι.
Μετάφραση
Τον Μανωέ τον κριτή παλαιότερα, και τον Πέτρο τον μαθητή αργότερα, πώς δεν τους θαύμασες; Τον μεν πρώτο, επειδή δεν άντεξε ούτε καν την όψη του Θεού που εμφανίστηκε, και γι' αυτό έλεγε: «Χαθήκαμε, γυναίκα, είδαμε τον Θεό»· διότι για τους ανθρώπους δεν είναι χωρητή ούτε καν η θεία εμφάνιση, πόσο μάλλον η θεία φύση. Τον δε δεύτερο, επειδή δεν δεχόταν στο πλοίο τον Χριστό που του εμφανίστηκε, και γι' αυτό τον παρακαλούσε να απομακρυνθεί. Και τούτο, μολονότι ο Πέτρος ήταν πιο θερμός από τους άλλους στην επίγνωση του Χριστού, και γι' αυτό μακαρίστηκε και του εμπιστεύθηκαν τα μέγιστα. Τι θα μπορούσες άραγε να πεις για τον Ησαΐα, και τον Ιεζεκιήλ, τον επόπτη των μεγίστων αποκαλύψεων, και τους υπόλοιπους προφήτες; Από τους οποίους ο μεν πρώτος είδε τον Κύριο Σαβαώθ να κάθεται σε θρόνο δόξης, και να περιστοιχίζεται, να υμνείται και να καλύπτεται από τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, ενώ ο ίδιος καθαριζόταν με τον αναμμένο άνθρακα και προετοιμαζόταν για την προφητεία. Ο δε δεύτερος περιγράφει το όχημα του Θεού, τα Χερουβείμ, και τον θρόνο που βρίσκεται πάνω από αυτά, και το στερέωμα πάνω από αυτόν, και Εκείνον που εμφανιζόταν στο στερέωμα, καθώς και κάποιες φωνές, κινήσεις και πράξεις. Και αυτά, είτε ήταν κάποια ημερήσια οπτασία ορατή μόνο στους αγίους, είτε αληθινό νυχτερινό όραμα, είτε αποτύπωση στο ηγεμονικό της ψυχής που ερχόταν σε επαφή με τα μελλοντικά σαν να ήταν παρόντα, είτε κάποιο άλλο απόρρητο είδος προφητείας, δεν μπορώ να το πω· το γνωρίζει όμως ο Θεός των προφητών, και εκείνοι στους οποίους ενεργούνται τα τοιαύτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες