ἄθρει δὲ ὅπως πανταχοῦ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους ἑστάναι φησὶ τὸ γράμμα τὸ ἱερὸν, τῷ τῆς στάσεως ὀνόματι καταδηλοῦν, τὸ μὴ ὀκλάζειν αὐτοὺς εἰς τὸ ῥᾴθυμον, ἀλλ᾽ οἷον ὀρθὴν ἀεὶ καὶ ἀσθενεῖν οὐκ ἀνεχομένην τὴν διάνοιαν ἔχειν, ἑστῶσαν δὲ μετὰ Θεοῦ. οὕτω καὶ ἐν τῷ Ἰεζεκιὴλ γεγραμμένον εὑρήσομεν περὶ τῶν Χερουβὶμ, ὅτι ἦν “τὰ σκέλη αὐτῶν ὀρθά.” κάμπτεται μὲν γὰρ, καὶ λίαν εὐκόλως, ἡ ἀνθρώπου διάνοια, καὶ ἔστιν εὐπετὴς εἴς γε τὸ θέλειν ἀῤῥωστῆσαι τὸ ῥᾴθυμον. ἕστηκε δὲ ὥσπερ τῶν ἄνω πνευματων ἡ ἁγία πληθύς. ταύτῃτοι καὶ πρὸς τὴν Σιὼν ἐλέγετο παρὰ Θεοῦ “Στῆσον ”σεαυτὴν Σιών.” ἀνετίθει δέ που καὶ ὁ μακάριος Δαυεὶδ τὰς χαριστηρίους ᾠδὰς, οὕτω λέγων “Ἔστησεν ἐπὶ πέτραν ”τοὺς πόδας μου.” τὸ γὰρ ἀκλινὲς ἐν τούτοις καὶ τὸ πεπηγὸς τῆς γνώμης τῷ τῆς στάσεως ὀνόματι κατεσήμανεν ὁ πνευματοφόρος. <Ἄκουε δὴ Ἰησοῦ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, σὺ καὶ οἱ πλησίον σου καὶ οἱ καθήμενοι πρὸ προσώπου σου, διότι ἄνδρες τερατοσκόποι εἰσὶ, διότι ἰδοὺ ἐγὼ ἄγω τὸν δοῦλόν μου Ἀνατολήν; διότι ὁ λίθος ὃν δέδωκα πρὸ προσώπου Ἰησοῦ, ἐπὶ τὸν λίθον τὸν ἕνα ἑπτὰ ὀφθαλμοί εἰσιν.> Διὰ τῶν ἀρτίως ἡμῖν εἰρημένων κατεπηγγέλλετο τῷ Ἰησοῦ, ἤγουν, ὅπερ ἐστὶν ἀληθέστερον, τῇ κατὰ νόμον ἱερωσύνῃ, τὸ διακρίνειν τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ κατάρχειν ἔτι λαῶν, καὶ τῆς κατὰ νόμον λατρείας ἀποπεραίνειν τοὺς τύπους.
Μετάφραση
Παρατήρησε δε πώς παντού το ιερό κείμενο αναφέρει ότι οι άγιοι άγγελοι στέκονται, φανερώνοντας με τη λέξη της στάσης το ότι δεν υποκύπτουν στη ραθυμία, αλλά διατηρούν τη διάνοιά τους, τρόπον τινά, διαρκώς όρθια και μη ανεχόμενη να ασθενήσει, ιστάμενη μαζί με τον Θεό. Έτσι και στον Ιεζεκιήλ θα βρούμε γραμμένο για τα Χερουβίμ, ότι «τα σκέλη τους ήταν όρθια». Διότι η διάνοια του ανθρώπου κάμπτεται, και μάλιστα πολύ εύκολα, και είναι επιρρεπής στο να θέλει να ατονήσει από τη ραθυμία. Αντίθετα, στέκεται όρθιο το άγιο πλήθος των άνω πνευμάτων. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο λεγόταν και προς τη Σιών από τον Θεό: «Στήσου όρθια, Σιών». Και κάπου ο μακάριος Δαβίδ ανέπεμπε τις ευχαριστήριες ωδές, λέγοντας τα εξής: «Έστησε πάνω σε πέτρα τα πόδια μου». Διότι το αμετακίνητο σε αυτά και το σταθερό του φρονήματος επισήμανε ο πνευματοφόρος με τη λέξη της στάσης. «Άκου λοιπόν, Ιησού, ο μέγας ιερέας, εσύ και οι πλησίον σου και αυτοί που κάθονται ενώπιόν σου, διότι είναι άνδρες που προμηνύουν θαύματα. Διότι ιδού, εγώ φέρνω τον δούλο μου, την Ανατολή. Διότι ο λίθος που έδωσα ενώπιον του Ιησού, πάνω σε αυτόν τον έναν λίθο υπάρχουν επτά οφθαλμοί». Μέσω αυτών που μόλις αναφέραμε, δινόταν η υπόσχεση στον Ιησού, ή μάλλον, το οποίο είναι και πιο αληθές, στην κατά νόμον ιεροσύνη, ότι θα κρίνει τον οίκο του, και θα εξουσιάζει ακόμη λαούς, και θα ολοκληρώνει τους τύπους της κατά νόμον λατρείας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες