Καὶ ἐγένετο εἰς ἄμπελον καὶ ἐποίησεν ἀπωρυγὰς, καὶ ἐξέτεινε τὴν ἀναδενδράδα αὐτῆς.» Ταυτὶ μὲν οὖν ἔφη Θεὸς πρὸς τὸν μακάριον προφήτην Ἰεζεχιήλ. Ἐπειδὴ δὲ δυσέφικτος ἦν ὁ λόγος, καὶ τῶν νοημάτων ἡ δύναμις οὐ σφόδρα σαφὴς τοῖς ἀκροωμένοις, αὐτὸς δὴ πάλιν αὐτὴν διατρανοῖ λέγων· «Εἶπον δὲ πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ τὸν παραπικραίνοντα· Οὐκ ἐπίστασθε τί ἐστι ταῦτα ἃ εἶπον. Ὅταν ἔλθῃ βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ, καὶ λήψεται τὸν βασιλέα αὐτῆς, καὶ τοὺς ἄρχοντας αὐτῆς, καὶ ἄξει αὐτοὺς πρὸς αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα.
Μετάφραση
«Και έγινε άμπελος και έκανε κληματίδες, και άπλωσε τα κλαδιά της.» Αυτά, λοιπόν, είπε ο Θεός προς τον μακάριο προφήτη Ιεζεκιήλ. Επειδή όμως ο λόγος ήταν δυσνόητος, και η δύναμη των νοημάτων δεν ήταν πολύ σαφής στους ακροατές, ο Ίδιος πάλι τα αποσαφηνίζει λέγοντας: «Να πεις προς τον οίκο του Ισραήλ που με πικραίνει: Δεν γνωρίζετε τι σημαίνουν αυτά που είπα; Όταν θα έλθει ο βασιλιάς της Βαβυλώνας στην Ιερουσαλήμ, και θα πάρει τον βασιλιά της, και τους άρχοντές της, και θα τους οδηγήσει κοντά του στη Βαβυλώνα.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες