Ἐν τοῖς προστάγμασί μου, φησὶν, πεπόρευται, τὰ δικαιώματά μου πεφύλακται τοῦ ποιῆσαι αὐτά. Καὶ ταῦτα πάντα συνδεθέντα καὶ ἀνακραθέντα, καὶ ὥσπερ σῶμα ἓν πολυμερὲς καὶ παναρμόνιον κρατηθὲν, ὁ δίκαιος γίνεται. Καὶ διὰ τῶν τοσούτων ἀπαρτίσας αὐτὸν, καὶ ὥσπερ ὅρον αὐτῷ καὶ περιγραφὴν μίαν ἐκ τῶν τοσούτων συνθεὶς, εἰς ἓν πάντα κατέκλεισεν ὄνομα, καὶ λέγει· Δίκαιος οὗτος ζωῇ ζήσεται. Ἐπεὶ οὖν ἠκούσαμεν τίνα ἐστὶ τὰ τὸν δίκαιον χαρακτηρίζοντα, φέρε παρὰ ταῦτα καὶ τὰ κατὰ τὸν Ἰὼβ θεωρήσωμεν. Εὐσεβής ἐστιν ὁ δίκαιος, τί δὲ ὁ Ἰώβ; οὐχὶ ταῖς θυσίαις τὸν Θεὸν ἐφ᾽ ἑκάστης ἱλάσκετο; σώφρων, καὶ οὗτος, Διαθήκην, φησὶν, ἐθέμην τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, τοῦ μὴ κατανοῆσαι εἰς παρθένον· πρᾶος καὶ ἐπιεικὴς, καὶ τί τούτου πραότερον; οὗ καὶ οἱ οἰκέται διὰ τὴν ἄγαν χρηστότητα οὕτως ἐξεκρέμαντο, ὡς μικρῷ καὶ καταπιεῖν αὐτὸν ἐπιθυμεῖν· ἔλεγον γάρ· Τίς ἂν δῷ ἡμῖν τῶν σαρκῶν αὐτοῦ ἐμπλησθῆναι; Ἐλεήμων καὶ κοινωνικὸς, καὶ τίς ἐνταῦθα τῷ Ἰὼβ ἐφάμιλλος; Οὐχ ἡ θύρα παντὶ ἐλθόντι ἀνέῳκται, καὶ οὐδεὶς ἐξῆλθε κόλπῳ κενῷ· διαιτήσει δικαίως τοῖς ἀμφισβητοῦσιν ὁ δίκαιος ἔξεστι κἀνταῦθα τῷ Ἰὼβ καυχήσασθαι, καὶ εἰπεῖν· Δίκην ἣν οὐκ ᾔδειν ἐξιχνίασα, καὶ συνέτριψα μύλας ὀδόντων· οὐκ ἀδικήσει οὐδένα ὁ δίκαιος, ὁ δὲ Ἰὼβ καὶ ἐπαρᾶται ἑαυτῷ, Εἰ ἐπῆρα ὀρφανῷ χεῖρα, ἀποσταίη ἄρα ὁ ὦμός μου ἀπὸ τῆς κλειδός.
Μετάφραση
«Σύμφωνα με τα προστάγματά μου», λέει, «πορεύθηκε, και φύλαξε τις εντολές μου, για να τις εφαρμόζει». Και όλα αυτά, αφού συνδεθούν και ανακραθούν, συγκρατούμενα σαν ένα σώμα με πολλά μέλη και απόλυτα αρμονικό, αποτελούν τον δίκαιο. Και αφού τον ολοκλήρωσε μέσα από τόσα πολλά γνωρίσματα, συνθέτοντας από αυτά σαν έναν ορισμό και μία ενιαία περιγραφή γι' αυτόν, τα συμπεριέλαβε όλα σε ένα όνομα και λέει: «Αυτός ο δίκαιος θα ζήσει αληθινή ζωή». Επειδή, λοιπόν, ακούσαμε ποια είναι τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τον δίκαιο, ελάτε να εξετάσουμε με βάση αυτά και την περίπτωση του Ιώβ. Ευσεβής είναι ο δίκαιος· και τι ήταν ο Ιώβ; Δεν εξιλέωνε τον Θεό με θυσίες κάθε ημέρα; Σώφρων ο δίκαιος, το ίδιο και αυτός, καθώς λέει: «Έκανα συμφωνία με τα μάτια μου, να μην κοιτάξω παρθένο». Πράος και επιεικής ο δίκαιος, και ποιος υπήρξε πιο πράος από αυτόν; Από τον οποίο και οι ίδιοι οι υπηρέτες του, εξαιτίας της υπερβολικής του καλοσύνης, ήταν τόσο πολύ προσκολλημένοι πάνω του, ώστε σχεδόν να επιθυμούν να τον καταπιούν· διότι έλεγαν: «Ποιος θα μας δώσει να χορτάσουμε από τις σάρκες του;» Ελεήμων και κοινωνικός ο δίκαιος, και ποιος θα μπορούσε εδώ να παραβληθεί με τον Ιώβ; Η πόρτα του δεν ήταν ορθάνοιχτη σε κάθε περαστικό, και δεν αναχωρούσε κανένας με άδεια χέρια; Ο δίκαιος θα κρίνει δίκαια όσους φιλονικούν· επιτρέπεται και σε αυτό το σημείο να καυχηθεί ο Ιώβ και να πει: «Ερεύνησα προσεκτικά την υπόθεση που δεν γνώριζα, και συνέτριψα τα δόντια των αδίκων». Ο δίκαιος δεν θα αδικήσει κανέναν, ενώ ο Ιώβ φτάνει στο σημείο να καταραστεί και τον ίδιο τον εαυτό του, λέγοντας: «Αν σήκωσα το χέρι μου εναντίον ορφανού, τότε ας αποκοπεί ο ώμος μου από την κλείδα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες