τὸν αὐτὸν δὴ τοῦτον τοιγαροῦν καὶ τῷ προσώπῳ τοῦ Πατρὸς ἐφαρμόσαντες λόγον, πάντα μὲν ἔχειν αὐτὸν τὰ τοῦ Υἱοῦ φαμεν φυσικῶς, μὴ μὴν δύνασθαί ποτε, καὶ εἰς υἱότητα καὶ εἰς τὸ εἶναι Λόγος μεταχωρεῖν, ὡς δὲ ἄτρεπτον ὄντα κατὰ φύσιν τοῦτο μένειν ὅπερ ἐστὶν, ἵνα πρὸς τῷ εἶναι Θεὸς καὶ Πατὴρ, ὑπάρχῃ καὶ ἀναλλοίωτος, ἀναλλοίωτον ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὸν ἐξ αὐτοῦ πεφηνότα Λόγον, τουτέστι τὸν Υἱόν. Ἄλλο. Κατῃτιᾶτό τινας διὰ τῶν ἁγίων προφητῶν ὁ Νομοθέτης καὶ Θεὸς λέγων “Ἀνὰ μέσον ἁγίου καὶ βεβήλου ”οὐ διέστελλον·” πολλὴ γὰρ ὄντως ἐν τούτοις ὁρᾶται τρόπων διαφορὰ, ἤτοι ἐναντιότης, παρὰ τοῖς ἐθέλουσι φιλοκρινεῖν. ἀλλ᾽ εἴπερ ἐνδέχεται τὴν τῶν ὁμοουσίων εἰς ἑαυτὴν ἀνακιρνᾶσθαι φύσιν, καὶ τὰ ἐν ἰδιαζούσαις τε καὶ ἀτόμοις ὑποστάσεσιν ὄντα δραπετεύσει πρὸς ὅπερ ἂν βούληται τῶν ὁμογενῶν, ἢ ὁμοειδῶν· ποῖος ἡμῖν ἄρα διαστέλλει λόγος τῶν ἁγίων τὸν βέβηλον, εἰ μηδαμόθεν ὁρᾶται τοῦ ἰδίως ὄντος, ἢ τοῦ τίς ἐστι, διαφορὰ, διὰ δὲ τὴν ταυτότητα τῆς οὐσίας ἐν τῷ ἑτέρῳ κεῖται τὸ ἕτερον; ἔστω τοίνυν ἡμῖν, ἀδιαφορούσης ἐντεῦθεν τῆς ἐφ᾽ ἑκάστῳ γνώσεως, συγκεχυμένα τὰ πάντων εἰς πάντα· καὶ ὁ μὲν προδότης Ἰούδας, ὡς Πέτρος ἢ Παῦλος, ὡς ὁμοούσιος Πέτρῳ καὶ Παύλῳ· Πέτρος δ᾽ αὖ πάλιν ἢ Παῦλος, Ἰούδας, ἅτε δὴ καὶ πρὸς αὐτὸν ὄντες ὁμοούσιοι.
Μετάφραση
Εφαρμόζοντας λοιπόν αυτόν ακριβώς τον συλλογισμό και στο πρόσωπο του Πατρός, λέμε ότι αυτός κατέχει φυσικά όλα τα γνωρίσματα του Υιού, αλλά δεν είναι ποτέ δυνατόν να μεταβεί στην ιδιότητα του υιού και στο να είναι Λόγος, αλλά επειδή είναι άτρεπτος κατά φύση, παραμένει αυτό που είναι, ώστε εκτός από το να είναι Θεός και Πατέρας, να υπάρχει και αναλλοίωτος, έχοντας μέσα του αναλλοίωτο τον Λόγο που φανερώθηκε από αυτόν, δηλαδή τον Υιό. Άλλο. Ο Νομοθέτης και Θεός κατηγορούσε κάποιους μέσω των αγίων προφητών, λέγοντας: «Δεν έκαναν διάκριση μεταξύ αγίου και βεβήλου»· διότι πράγματι σε αυτά παρατηρείται μεγάλη διαφορά στους τρόπους, ή μάλλον αντίθεση, για όσους θέλουν να εξετάζουν με ακρίβεια. Αν όμως ενδέχεται η φύση των ομοουσίων να αναμειγνύεται μεταξύ της, και τα όντα που υπάρχουν σε ιδιαίτερες και ατομικές υποστάσεις να μεταπηδούν σε όποιο θέλουν από τα ομογενή ή τα ομοειδή, τότε ποιος συλλογισμός θα διαχωρίσει για εμάς τον βέβηλο από τους αγίους, αν δεν φαίνεται από πουθενά η διαφορά του ιδιαίτερου χαρακτηριστικού ή του ποιος είναι ο καθένας, αλλά λόγω της ταυτότητας της ουσίας το ένα εμπεριέχεται στο άλλο; Ας θεωρήσουμε λοιπόν, αφού εξαιτίας αυτού δεν υπάρχει διαφορά στη γνώση του καθενός, ότι τα πάντα όλων είναι συγκεχυμένα με τα πάντα: και ο μεν προδότης Ιούδας θα είναι σαν τον Πέτρο ή τον Παύλο, ως ομοούσιος με τον Πέτρο και τον Παύλο· και αντίστροφα ο Πέτρος ή ο Παύλος θα είναι Ιούδας, επειδή ακριβώς είναι και αυτοί ομοούσιοι με αυτόν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες