Τί δὲ ἡνίκα τῆς πόλεως ἁλούσης προνοίας ἔτυχε παρὰ τῶν βαρβάρων καὶ τιμῆς; ἆρα ᾔσθετο τούτων; Τότε μὲν οὖν καὶ τοὺς πικροὺς θρήνους ἔγραψε τοὺς ἀπελθόντας πενθῶν, καὶ τῶν παρελθόντων δὲ οὐκ ἐλάττονα εἶδε δεινὰ, αὐτῶν τῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου ὑπολειφθέντων παροξυνάντων τὸν Θεόν. Ἐπαγγειλάμενοι γὰρ πάντα αὐτῷ πεισθήσεσθαι καὶ μηδὲν ἀντερεῖν, εἰς Αἴγυπτον πάλιν κατῄεσαν, τοῦ χρησμοῦ τἀναντία λέγοντος, καὶ τὸν προφήτην κατῆγον μεθ᾽ ἑαυτῶν, καὶ χαλεπώτερα τῶν προτέρων αὐτοῖς ἠνάγκαζον προαναφωνεῖν διὰ τῆς ἀγνωμοσύνης τῆς ἑαυτῶν. Τί δὲ ὁ Ἰεζεκιήλ; τί δὲ ὁ Δανιήλ; οὐκ ἐν αἰχμαλωσίᾳ τὸν ἅπαντα χρόνον διήγαγον; Καὶ ὁ μὲν λιμῷ καὶ δίψει ὑπὲρ τῶν ἀλλοτρίων ἐκολάζετο κακῶν, καὶ τῆς γυναικὸς ἀπελθούσης τοσαύτην συμφορὰν ἀδακρυτὶ προσετάττετο φέρειν, οὗ τί βαρύτερον γένοιτ᾽ ἂν τοῦ μηδὲ θρηνεῖν συγχωρεῖσθαι τὰ οἰκεῖα κακά; Τὸ γὰρ ἐπὶ βολβίτων ἀναγκάζεσθαι τὸν ἄρτον ἐσθίειν τὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς κατακλίνεσθαι ἐπὶ ἐνενήκοντα ἡμέρας καὶ ἑκατὸν, καὶ ὅσα ἕτερα τοιαῦτα ἐκελεύετο ὑπομένειν, παρίημι νῦν. Εἰ γὰρ καὶ μηδὲν αὐτῷ συμβεβήκει τῶν ἀνιαρῶν τῶν τε παραλειφθέντων ὑφ᾽ ἡμῶν, τῶν τε λεχθέντων νῦν, αὐτὸ μόνον τὸ μεταξὺ τῶν πολεμίων εἶναι καὶ βαρβάρων καὶ ἀνδρῶν ἀκαθάρτων τὸν δίκαιον καὶ καθαρὸν, πάσης τιμωρίας χαλεπώτερον ἦν.
Μετάφραση
Τι να πούμε όμως για τον καιρό που, όταν αλώθηκε η πόλη, έτυχε προστασίας και τιμής από τους βαρβάρους; Μήπως αισθάνθηκε τίποτα από αυτά; Τότε ακριβώς έγραψε τους πικρούς θρήνους του, πενθώντας όσους είχαν χαθεί, και αντίκρισε δεινά όχι μικρότερα από τα προηγούμενα, επειδή οι ίδιοι που είχαν απομείνει από τον πόλεμο παρόργιζαν τον Θεό. Διότι, αφού του υποσχέθηκαν ότι θα τον υπακούσουν στα πάντα και δεν θα φέρουν καμία αντίρρηση, κατέβηκαν και πάλι στην Αίγυπτο, μολονότι ο θείος χρησμός όριζε τα αντίθετα, και πήραν μαζί τους και τον προφήτη, αναγκάζοντάς τον, εξαιτίας της αγνωμοσύνης τους, να τους προφητεύσει δεινά βαρύτερα από τα προηγούμενα. Τι να πούμε όμως για τον Ιεζεκιήλ; Τι για τον Δανιήλ; Δεν πέρασαν όλο τον χρόνο τους στην αιχμαλωσία; Και ο ένας τιμωρούνταν με πείνα και δίψα για τα αμαρτήματα των άλλων, ενώ όταν πέθανε η γυναίκα του, έλαβε την εντολή να υπομείνει μια τόσο μεγάλη συμφορά χωρίς δάκρυα· και τι θα μπορούσε να είναι βαρύτερο από το να μην επιτρέπεται σε κάποιον ούτε καν να θρηνήσει για τα δικά του δεινά; Διότι το ότι αναγκαζόταν να τρώει τον άρτο του ψημένο πάνω σε κοπριά, το ότι έπρεπε να πλαγιάζει από τη μία πλευρά για εκατόν ενενήντα ημέρες, και όσα άλλα παρόμοια διατάχθηκε να υπομείνει, τα παραλείπω τώρα. Ακόμη γαρ και αν δεν του είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά τα οδυνηρά, τόσο εκείνα που παραλείψαμε όσο και εκείνα που αναφέραμε μόλις τώρα, και μόνο το γεγονός ότι αυτός, ένας δίκαιος και καθαρός άνθρωπος, βρισκόταν ανάμεσα σε εχθρούς και βαρβάρους και ακάθαρτους ανθρώπους, ήταν φοβερότερο από κάθε τιμωρία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες