Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη.〉 Διὸ καὶ τὰ Σεραφὶμ καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα καὶ πάντα τὰ νοερὰ καὶ συλλειτουργικὰ αὐτοῖς πνεύματα ὁρῶντα τὸν πηλὸν ὑπὲρ αὐτοὺς λάμποντα, οὐ διὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, ἀλλὰ διὰ τὸν φορέσαντα, αἰνοῦσι Χριστὸν καὶ δοξάζουσιν ἐπὶ τῷ ἐξαισίῳ θαύματι, οἱ μὲν λέγοντες· 〈Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος σαβαώθ,〉 οἱ δὲ κράζοντες· 〈Εὐλογημένη ἡ δόξα κυρίου ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ,〉 τοῦ ἐνδόξου σώματος, ἄλλοι βοῶντες· 〈Ἄρατε πύλας, καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι, ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν.〉 Ἀλλ᾽ εἴπατε ἡμῖν, ὦ ἁγίων καὶ δικαίων πνεύματα, ἆρα παρὰ τοῖς ἐπουρανίοις στρατεύμασι μόνοις αἰνεῖται καὶ δοξάζεται θεός; Ἆρα χηρεύει ἡ ἐπίγειος γλῶσσα πρὸς εὐφημίαν θεοῦ; Ἀλλ᾽ ἀποκρίνονται· Δι᾽ ὃ κατῆλθεν ἀργήσει;
Μετάφραση
«Και αφού είπε αυτά, ενώ αυτοί έβλεπαν, αναλήφθηκε.» Γι' αυτό και τα Σεραφείμ και τα εξαπτέρυγα και όλα τα νοερά και συλλειτουργικά με αυτά πνεύματα, βλέποντας τον πηλό να λάμπει ψηλότερα από αυτά, όχι λόγω της δικής του φύσης, αλλά εξαιτίας Εκείνου που τον ενδύθηκε, αινούν τον Χριστό και τον δοξάζουν για το εξαίσιο θαύμα, άλλοι μεν λέγοντας: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ», άλλοι δε κράζοντας: «Ευλογημένη η δόξα του Κυρίου από τον τόπο Του», δηλαδή από το ένδοξο σώμα, και άλλοι βοώντας: «Σηκώστε τις πύλες, και υψωθείτε πύλες αιώνιες, διότι υψώθηκε η μεγαλοπρέπειά Σου υπεράνω των ουρανών.» Αλλά πείτε μας, ω πνεύματα των αγίων και των δικαίων, άραγε μόνο από τα επουράνια στρατεύματα αινείται και δοξάζεται ο Θεός; Άραγε στερείται η επίγεια γλώσσα την ικανότητα να υμνεί τον Θεό; Αλλά απαντούν: Θα μείνει σε αδράνεια εκείνος για τον οποίο κατήλθε;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες