Ὅτι ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ὅτι ὁ πέμψας με Πατὴρ, ἐκεῖνός μοι ἔδωκεν ἐντολὴν, τί εἴπω καὶ τί λαλήσω· καὶ ὅσα τοιαῦτα ἕτερα. Ἄρα ταῦτα δι᾽ αὐτοὺς οὕτως ἐλέγετο, ἵνα μηδεμίαν ἔχωσιν ἀπολογίας πρόφασιν. Ἐπεὶ εἰ μὴ τοῦτο ἦν, τι Ἡσαΐου πλέον ἕξει; Καὶ γὰρ ἐκεῖνος τὸ αὐτὸ τοῦτό φησι· Κύριος δίδωσί μοι γλῶσσαν παιδείας, τοῦ γνῶναι ἡνίκα δεῖ εἰπεῖν λόγον. Τί δὲ Ἱερεμίου; καὶ γὰρ ἐκεῖνος ὅτε ἐπέμπετο ἐνεπνεῖτο. Τί δὲ Ἰεζεκιήλ; καὶ γὰρ καὶ οὗτος τὴν κεφαλίδα καταφαγὼν, οὕτως ἐφθέγγετο. Ἄλλως δὲ, εὑρεθήσονται οἱ μέλλοντες ἀκούειν ὅπερ ἔλεγεν, αἴτιοι τῆς γνώσεως ὄντες αὐτῷ. Εἰ γὰρ ὅτε ἐπέμπετο, ἐντολὴν τότε ἔλαβε, τί εἴπῃ, λοιπὸν ἐρεῖς, ὅτι καὶ πρὶν ἢ πεμφθῆναι οὐκ ᾔδει. Καὶ τί τούτων ἀσεβέστερον τῶν ῥημάτων, εἰ οὕτως αὐτά τις δέχοιτο, καὶ μὴ καταμανθάνοι τῆς ταπεινότητος αὐτῶν τὴν αἰτίαν; Ἀλλ᾽ ὁ μὲν Παῦλός φησι καὶ αὐτὸς εἰδέναι καὶ τοὺς μαθητευομένους, Τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον· ὁ δὲ Υἱὸς οὐκ ἠπίστατο ἕως ἐντολὴν ἔλαβε; καὶ πῶς ἂν ἔχοι λόγον τοῦτο; Ὁρᾷς ὅτι διὰ τοῦτο εἰς ὑπερβολὴν ταπεινότητος τὰ λεγόμενα ἄγει, ἵνα κἀκείνους ἐπισπάσηται, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ἐπιστομίσῃ; Διὰ γοῦν τοῦτο ἀνθρώπινα φθέγγεται ῥήματα, ἵνα κἂν οὕτως ἀναγκάσῃ φυγεῖν τὸ εὐτελὲς τῶν λεχθέντων, συνειδότας ὅτι οὐ τῆς φύσεώς ἐστι τὰ λεγόμενα, ἀλλὰ τῆς τῶν ἀκουόντων ἀσθενείας.
Μετάφραση
«Ότι δεν έχω έλθει από τον εαυτό μου, ότι ο Πατέρας που με έστειλε, εκείνος μου έδωσε εντολή τι να πω και τι να λαλήσω»· και όσα άλλα παρόμοια. Άρα αυτά λέγονταν με αυτόν τον τρόπο εξαιτίας τους, για να μην έχουν καμία πρόφαση δικαιολογίας. Επειδή, αν δεν ήταν αυτός ο λόγος, τι περισσότερο θα είχε από τον Ησαΐα; Διότι και εκείνος λέει ακριβώς το ίδιο: «Ο Κύριος μου δίνει γλώσσα διδασκαλίας, για να γνωρίζω πότε πρέπει να πω λόγο». Και τι από τον Ιερεμία; Διότι και εκείνος όταν αποστελλόταν, ελάμβανε θεία έμπνευση. Και τι από τον Ιεζεκιήλ; Διότι και αυτός, αφού κατέφαγε το ειλητάριο, με αυτόν τον τρόπο ομιλούσε. Εξάλλου, αυτοί που επρόκειτο να ακούσουν αυτό που έλεγε, θα βρεθούν να είναι οι ίδιοι η αιτία της γνώσης για εκείνον. Διότι, εάν, όταν αποστελλόταν, τότε έλαβε την εντολή για το τι να πει, τελικά θα πεις ότι, πριν καν αποσταλεί, δεν γνώριζε. Και τι υπάρχει πιο ασεβές από αυτά τα λόγια, εάν κάποιος τα εκλάμβανε έτσι, και δεν κατανοούσε την αιτία της ταπεινότητάς τους; Αλλά ο μεν Παύλος λέει ότι γνωρίζει και ο ίδιος και οι μαθητευόμενοι, «ποιο είναι το θέλημα του Θεού, το αγαθό και ευάρεστο και τέλειο»· ο δε Υιός δεν γνώριζε, έως ότου έλαβε εντολή; Και πώς θα είχε λογική αυτό; Βλέπεις ότι για αυτόν τον λόγο οδηγεί τα λεγόμενα σε υπερβολική ταπεινότητα, ώστε και εκείνους να ελκύσει, αλλά και τους μεταγενέστερους να αποστομώσει; Γι' αυτό ακριβώς εκφέρει ανθρώπινα λόγια, ώστε έστω και έτσι να αναγκάσει να αποφύγουμε την ευτελή έννοια των λεχθέντων, έχοντας επίγνωση ότι όσα λέγονται δεν αναφέρονται στη φύση (Του), αλλά στην αδυναμία εκείνων που ακούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες