Οὐ τοῦτ’ ἔστιν ὃ εἶπόν σοι, ὅτι ἀνόητος εἶ καὶ ἀπερίτμητος τῇ καρδίᾳ; Ποῦ ἔρριψάς μου τοὺς λόγους; Τί σπεύδεις ἐμπεσεῖν εἰς τὸν βόθρον τοῦ διαβόλου; Τί τυφλώνει σε ὁ ἐχθρὸς περὶ ὧν ἤκουσας; Οὐκ ἐνετάλθης παραδοῦναι σεαυτὸν εἰς χεῖρας Θεοῦ καὶ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀββᾶ σου; Οὐκ ἤκουσας ὅτι θέλει τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου ὡς τὴν ὠφέλειαν τῆς ψυχῆς αὑτοῦ; Καὶ οὐκ ὤφειλες παρακοῦσαι αὐτοῦ, εἰ εἶπέ σοι φόνον ποιῆσαι διὰ τὴν ὠφέλειαν μάλιστα τῶν ἀδελφῶν, ἣν διὰ δικαιώματος ἀπόλλει ἀπὸ σοῦ ὁ Σατανᾶς, ἵνα μήτε σὺ ὠφεληθῇς, μήτε ἄλλος διὰ σοῦ. Καὶ θέλεις λαβεῖν τὸ οὐαὶ τῶν Φαρισαίων καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ Ἰεζεκιὴλ περὶ τῆς ἐπερχομένης ῥομφαίας. Ἔστω! Σὺ οὐ δύνασαι ὠφελῆσαί τινα, διὰ τί οὐ λέγεις τῷ δυναμένῳ; Τί ἐγένου ταχὺ ὡς κύων «ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα», καὶ ὡς ὗς ἐπὶ κύλισμα βορβόρου, οὕτως καὶ σὺ ἐπὶ τὴν σκληροκαρδίαν σου μένων ἀκαμπής; Ἐνετείλατό σοι πάντως εἰπεῖν τὰ γινόμενα κἂν ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ ἐστι καὶ παροξύνεις αὐτὸν ὡς ὁ λαὸς τὸν Μωϋσέα. Αἰσχύνθητι λοιπόν, ἀπόθου σου τὴν πάλαι συνήθειαν καὶ ἐπίστρεψον καὶ δέχεταί σε ὁ Θεός, ἐλεήμων γάρ ἐστι. Καὶ μὴ πρόσχῃς ἀνθρωπαρεσκείαις, ἐπεὶ ἀπόλλῃ καὶ οὐ γίνῃ δοῦλος Θεοῦ. Πρόσεχε σεαυτῷ ἄθλιε καὶ φοβοῦ τὸν Θεόν.
Μετάφραση
Δεν είναι αυτό που σου είπα, ότι είσαι ανόητος και απερίτμητος στην καρδιά; Πού πέταξες τα λόγια μου; Γιατί βιάζεσαι να πέσεις στον βόθρο του διαβόλου; Γιατί σε τυφλώνει ο εχθρός ως προς αυτά που άκουσες; Δεν πήρες εντολή να παραδώσεις τον εαυτό σου στα χέρια του Θεού και στα χέρια του αββά σου; Δεν άκουσες ότι επιθυμεί τη σωτηρία της ψυχής σου όπως ακριβώς την ωφέλεια της δικής του ψυχής; Και δεν έπρεπε να τον παρακούσεις, ακόμη κι αν σου έλεγε να διαπράξεις φόνο, προπάντων για την ωφέλεια των αδελφών, την οποία με το πρόσχημα του δικαίου καταστρέφει από εσένα ο Σατανάς, ώστε ούτε εσύ να ωφεληθείς, ούτε κάποιος άλλος μέσω εσού. Και θέλεις να λάβεις το «ουαί» των Φαρισαίων και του σκοπού του Ιεζεκιήλ για την επερχόμενη ρομφαία. Έστω! Εσύ δεν μπορείς να ωφελήσεις κάποιον, γιατί δεν το λες σε αυτόν που μπορεί; Γιατί έγινες γρήγορα σαν τον σκύλο «που επιστρέφει στο ίδιο του το ξέρασμα», και σαν τον χοίρο που κυλιέται στον βούρκο, έτσι κι εσύ μένοντας άκαμπτος στη σκληροκαρδία σου; Σου έδωσε πάντως εντολή να πεις όσα γίνονται, έστω κι αν είναι δική του αμαρτία, και τον παροξύνεις όπως ο λαός τον Μωυσή. Ντρέψου λοιπόν, απόβαλε την παλιά σου συνήθεια και επίστρεψε, και ο Θεός σε δέχεται, διότι είναι ελεήμων. Και μην αποβλέπεις στην ανθρωπαρέσκεια, επειδή θα χαθείς και δεν θα γίνεις δούλος του Θεού. Πρόσεχε τον εαυτό σου, άθλιε, και να φοβάσαι τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες