ΞϚʹ. Καὶ σιωπῶ λέγειν ὅσα περὶ τῶν βοσκόντων ἑαυτοὺς διαλέγεται, τὸ γάλα κατεσθιόντων, καὶ τὰ ἔρια περιβαλλομένων, καὶ τὸ παχὺ σφαζόντων, ἀλλὰ μὴ ποιμαινόντων τὰ πρόβατα, τὸ ἠσθενηκὸς οὐκ ἐνισχυόντων, καὶ τὸ συντετριμμένον οὐ καταδεσμούντων, καὶ τὸ πλανώμενον οὐκ ἐπιστρεφόντων, καὶ τὸ ἀπολωλὸς οὐκ ἐκζητούντων, καὶ τὸ ἰσχυρὸν οὐ φυλαττόντων, ἀλλὰ μόχθῳ κατεργαζομένων, καὶ κατὰ σπουδὴν ἀπολλύντων· ὡς διεσπάρθαι τὰ πρόβατα κατὰ παντὸς πεδίου καὶ ὄρους, παρὰ τὸ μὴ εἶναι ποιμένας, καὶ γενέσθαι κατάβρωμα πᾶσι πετεινοῖς καὶ θηρίοις, οὐκ ὄντος τοῦ ἐκζητοῦντος καὶ ἐπιστρέφοντος. Εἶτα τί; Ζῶ ἐγὼ, φησὶ, λέγει Κύριος, ἀντὶ τοῦ ταῦτα οὕτως ἔχειν, καὶ γενέσθαι τὰ πρόβατά μου εἰς προνομὴν, ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ τοὺς ποιμένας, καὶ ἐκζητήσω τὰ πρόβατά μου ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν, καὶ τὰ μὲν συνάξω καὶ περιποιήσομαι· οἱ δὲ τὰ καὶ τὰ πείσονται, ἃ τοὺς κακοὺς ποιμένας εἰκός.
Μετάφραση
ΞΣΤ΄. Και αποσιωπώ όσα αναφέρει για εκείνους που ποιμαίνουν τον ίδιο τους τον εαυτό, που καταναλώνουν το γάλα και ντύνονται με το μαλλί, και σφάζουν το παχύ, αλλά δεν ποιμαίνουν τα πρόβατα, δεν ενισχύουν το αδύναμο, δεν επιδένουν το συντετριμμένο, δεν επαναφέρουν το πλανημένο, δεν αναζητούν το απολωλός και δεν διαφυλάσσουν το δυνατό, αλλά τα καταδυναστεύουν με σκληρότητα και με σπουδή τα οδηγούν στην απώλεια· με αποτέλεσμα να διασκορπιστούν τα πρόβατα σε κάθε πεδιάδα και όρος, εξαιτίας της έλλειψης ποιμένων, και να γίνουν βορά σε όλα τα πτηνά και τα θηρία, αφού δεν υπάρχει κανείς να τα αναζητήσει και να τα επαναφέρει. Έπειτα τι προσθέτει; Ζω εγώ, λέγει ο Κύριος, επειδή έτσι έχουν τα πράγματα και τα πρόβατά μου έγιναν λεία, ιδού εγώ στρέφομαι εναντίον των ποιμένων, και θα αναζητήσω τα πρόβατά μου από τα χέρια τους, και αφενός μεν αυτά θα τα συγκεντρώσω και θα τα περιποιηθώ, αφετέρου δε εκείνοι θα υποστούν όλα εκείνα, τα οποία είναι φυσικό να πάθουν οι κακοί ποιμένες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες