συναπώλισθον γὰρ καὶ αὐτοὶ τοῖς ἄλλοις, καὶ λελατρεύκασι τοῖς γλυπτοῖς οὐκ ὀλίγοι τὸν ἀριθμόν. γέγραπται γοῦν ἐν τῷ Ἰεζεκιήλ “Διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ”ὁ Θεὸς Πᾶς υἱὸς ἀλλογενὴς ἀπερίτμητος καρδίᾳ καὶ “ἀπερίτμητος σαρκὶ οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ἅγιά μου, ἐν ”πᾶσιν υἱοῖς ἀλλογενῶν τῶν ὄντων ἐν μέσῳ οἴκου Ἰσραήλ· “ἀλλ᾽ ἢ οἱ Λευῖται, οἵτινες ἀφείλαντο ἀπ᾽ ἐμοῦ ἐν τῷ πλα- ”νᾶσθαι τὸν Ἰσραὴλ οἳ ἐπλανήθησαν ἀπ᾽ ἐμοῦ κατόπισθεν “τῶν ἐνθυμημάτων αὐτῶν, καὶ λήψονται τὴν ἀδικίαν αὐ- ”τῶν.” <Καὶ ἀνεχώρησεν Ἰακὼβ εἰς πεδίον Συρίας, καὶ ἐδούλευσεν Ἰσραὴλ ἐν γυναικὶ, καὶ ἐν γυναικὶ ἐφυλάξατο.> Ὑπονοστεῖ δὴ πάλιν ὁ λόγος εἰς βάσανον τῆς τε τοῦ προπάτορος γνησιότητος καὶ ἐπιεικείας, καὶ τῆς τῶν ἐξ αὐτοῦ γεγονότων σκαιότητός τε καὶ δυσσεβείας. θαυμάζει δὲ ὥσπερ τὸ ἐπὶ μικροῖς ἐκείνου τληπαθὲς, εἶτα παραφέρει τὸ χρῆμα πρὸς ἔλεγχον τῆς ἐπὶ μεγίστοις ῥᾳθυμίας τῶν δέκα φυλῶν. πῶς γὰρ οὐκ ἂν ἀγάσαιτό τις τὸν Ἰακὼβ, τὸν οὕτω πικρὸν καὶ δύσοιστον ἀνατλάντα πόνον, καὶ τὸ θητεύειν τῷ Λάβαν οὐ παραιτησάμενον ἐπὶ γυναιξὶ καὶ γάμοις; ἀλλ᾽ εἰ καὶ μικρὸς κομιδῇ τοῦ προπάτορος ὁ μισθός· γάμος γὰρ ἦν, ὡς ἔφην· πλὴν ἐφυλάξατο καὶ τετήρηκε τὴν πίστιν τῷ τὸν γάμον ὑπεσχημένῳ. πεπόνηκε δὲ οὐδὲ ἐπὶ οἰκείας πόλεως ἢ γῆς ἢ ἑστίας, ἀλλ᾽ ὢν ἐπηλύτης, καὶ διατρίβων ἐπ᾽ ἀλλοδαπῆς.
Μετάφραση
Διότι παραστράτησαν και αυτοί μαζί με τους άλλους, και λάτρεψαν τα γλυπτά είδωλα όχι λίγοι στον αριθμό. Γράφτηκε λοιπόν στον Ιεζεκιήλ: «Γι' αυτό, αυτά λέει ο Κύριος ο Θεός: Κάθε αλλογενής γιος, απερίτμητος στην καρδιά και απερίτμητος στη σάρκα, δεν θα εισέλθει στα άγιά μου, μεταξύ όλων των γιων των αλλογενών που βρίσκονται εν μέσω του οίκου του Ισραήλ· παρά μόνο οι Λευίτες, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από εμένα, όταν πλανήθηκε ο Ισραήλ, οι οποίοι πλανήθηκαν μακριά μου ακολουθώντας τα επινοήματά τους, και αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες της αδικίας τους». <Και αναχώρησε ο Ιακώβ στην πεδιάδα της Συρίας, και δούλεψε ο Ισραήλ για μια γυναίκα, και για μια γυναίκα υπηρέτησε ως φύλακας.> Επιστρέφει λοιπόν πάλι ο λόγος στην εξέταση τόσο της γνησιότητας και της πραότητας του προπάτορα, όσο και της σκληρότητας και της ασέβειας των απογόνων του. Θαυμάζει δηλαδή την υπομονή εκείνου στα μικρά πράγματα, και έπειτα προβάλλει το γεγονός προς έλεγχο της ραθυμίας των δέκα φυλών για τα μέγιστα. Διότι πώς να μην θαυμάσει κανείς τον Ιακώβ, ο οποίος υπέμεινε έναν τόσο πικρό και δυσβάσταχτο κόπο, και δεν αρνήθηκε να δουλέψει ως υπηρέτης στον Λάβαν για γυναίκες και γάμους; Όμως, παρότι ήταν εντελώς μικρός ο μισθός του προπάτορα (αφού επρόκειτο για γάμο, όπως είπα), εντούτοις φύλαξε τα ποίμνια και τήρησε την πίστη του σε εκείνον που του υποσχέθηκε τον γάμο. Και κοπίασε όχι στη δική του πόλη ή γη ή εστία, αλλά όντας ξένος και διαμένοντας σε ξένη χώρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες