Τίς δὲ οὐ φρίσσει τοῦ Ἰεζεκιὴλ ἀκούων λέγοντος· “Ἐκχεῶ τὴν ὀργήν μου ἐπὶ σέ, καὶ συντελέσω τὸν θυμόν μου ἐπὶ σοί· καὶ κρινῶ σε ἐν ταῖς ὁδοῖς σου, καὶ δώσω ἐπὶ σὲ πάντα τὰ βδελύγματά σου· καὶ οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός μου, οὐδ᾽ οὐ μὴ ἐλεήσω· καὶ τότε ἐπιγνώσῃ, ὅτι ἐγὼ Κύριος. ”Τίς δὲ τοῦ Δανιὴλ ἀκούων οὐ κατανύγεται διαγράφοντος διαρρήδην τὴν ἡμέραν τῆς φοβερᾶς κρίσεως, ἐν οἷς φησιν· “Ἐγὼ Δανιὴλ ἐθεώρουν, ἕως οὗ θρόνοι ἐτέθησαν. Καὶ Παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθησεν. Τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών· καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡς ἔριον καθαρόν. Καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός· οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον. Ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν, ἐκπορευόμενος ἔμπροσθεν αὐτοῦ. Χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ. Κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν [τὰ πεπραγμένα ἑκάστου δῆλον ὅτι].” Καὶ πάλιν· “Ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτός, καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, ὡς Υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν· καὶ ἕως τοῦ Παλαιοῦ ἡμερῶν ἔφθασεν· καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη αὐτῷ· καὶ αὐτῷ ἐδόθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ βασιλεία. Καὶ πάντες οἱ λαοί, φυλαί, γλῶσσαι αὐτῷ δουλεύσουσι· καὶ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ, ἐξουσία αἰώνιος· καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ, βασιλεία αἰώνιος. Ἔφριξε τὸ πνεῦμά μου, ἐγὼ Δανιήλ, ἐν τῇ ἕξει μου, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς μου συνετάρασσόν με.” κηʹ.
Μετάφραση
Ποιος δεν φρίττει ακούγοντας τον Ιεζεκιήλ να λέει: «Θα εκχύσω την οργή μου επάνω σου και θα εξαντλήσω τον θυμό μου εναντίον σου· και θα σε κρίνω σύμφωνα με τις οδούς σου, και θα επιρρίψω επάνω σου όλα τα βδελύγματά σου· και το μάτι μου δεν θα σε λυπηθεί, ούτε και πρόκειται να σε ελεήσω· και τότε θα καταλάβεις ότι εγώ είμαι ο Κύριος.» Ποιος πάλι δεν κατανύγεται ακούγοντας τον Δανιήλ, ο οποίος περιγράφει ρητά την ημέρα της φοβερής κρίσεως, λέγοντας τα εξής: «Εγώ ο Δανιήλ έβλεπα, μέχρι που στήθηκαν θρόνοι. Και κάθισε ο Παλαιός των ημερών. Το ένδυμά του ήταν λευκό σαν το χιόνι, και οι τρίχες της κεφαλής του σαν καθαρό μαλλί. Ο θρόνος του ήταν φλόγα πυρός, οι τροχοί του πυρ φλέγον. Ποταμός πυρός κυλούσε, εκπορευόμενος έμπροσθέν του. Χίλιες χιλιάδες τον υπηρετούσαν, και μύριες μυριάδες παραστέκονταν ενώπιόν του. Συγκροτήθηκε το δικαστήριο, και ανοίχτηκαν τα βιβλία [προφανώς εννοεί τα πεπραγμένα του καθενός].» Και πάλι: «Έβλεπα σε όραμα κατά τη διάρκεια της νύχτας, και ιδού, ερχόταν μαζί με τις νεφέλες του ουρανού κάποιος όμοιος με Υιό ανθρώπου· και έφθασε μέχρι τον Παλαιό των ημερών, και οδηγήθηκε ενώπιόν του. Και σε αυτόν δόθηκε η εξουσία και η τιμή και η βασιλεία. Και όλοι οι λαοί, οι φυλές και οι γλώσσες θα τον υπηρετήσουν· η εξουσία του είναι εξουσία αιώνια, και η βασιλεία του, βασιλεία αιώνια. Έφριξε το πνεύμα μου, εμένα του Δανιήλ, στα εσώψυχά μου, και τα οράματα του νου μου με συντάρασσαν.» ΚΗ΄.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες