Τίνας δὲ αὐτούς; Χωνευτοὺς δηλονότι θεούς. Ὑποπλαττόμενοι γὰρ τὸ θεοσεβεῖν οἱ τῶν Ἰουδαίων καθηγηταὶ, καὶ τοῖς νομίμοις θεσπίσμασι τό γε ἧκον εἰς τοὐμφανὲς ὑποτιθέντες τὸν αὐχένα, τῆς ἀποστασίας τὴν νόσον εἰς νοῦν ἔκρυπτον καὶ καρδίαν, προσκυνοῦντες τοῖς οὐκ οὖσι θεοῖς· καὶ τούτους ἐν τοῖς ταμείοις τῶν ἰδίων οἴκων ἐγκατακλείοντες λαθραίας ἐποιοῦντο τὰς τῶν θυσιῶν προσαγωγάς. Γέγραπται γοῦν ἐν τῷ Ἰεζεχιήλ· «Υἱὲ ἀνθρώπου, ὄρυξον. Καὶ ὤρυξα δὴ ἐν τῷ τοίχῳ. Καὶ εἶδον, φησὶ, καὶ ἰδοὺ πᾶσα ὁμοίωσις ἑρπετοῦ καὶ κτήνους, καὶ πάντα τὰ εἴδωλα οἴκου Ἰσραὴλ διαγεγραμμένα ἐπ᾽ αὐτοῦ κύκλῳ. Καὶ εἶπε πρός με· Ἑώρακας, υἱὲ ἀνθρώπου, μὴ μικρὰ τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ ἃ ποιοῦσιν ἕκαστος ἐν τῷ κοιτῶνι αὐτῶν τῷ κρυπτῷ;» Ἄθρει δὴ οὖν ὅπως ἕκαστος αὐτῶν ἐν τῷ κοιτῶνι αὐτῶν τῷ κρυπτῷ τὴν γενομένην αὐτῷ παγίδα, τοῦτ᾽ ἔστι, τὴν εἰδωλολατρείαν κειμένην ἔχων, ὑπεπλάττετο τὴν τῶν νόμων αἰδῶ. Ταύτῃτοί φησιν· Ἐγένοντο εἰς προνομὴν, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐξαιρούμενος ἅρπαγμα, καὶ οὐκ ἦν ὁ λέγων, Ἀπόδος. Θεοῦ γὰρ οὐκ ἐπαμύνοντος, τίς αὐτοὺς ἐξείλετο τῆς οὕτω βαρείας καὶ ἀνηκέστου συμφορᾶς; οὐκ ἐπιπλήττοντος δὲ τοῖς διαρπάζουσι, τίς ἂν αὐτοῖς ἔφη τὸ, Ἀπόδος; Οὐ γὰρ ἐζήτησε Θεὸς ὡς ἴδιον ἔτι κλῆρον, παρῆκε δὲ μᾶλλον ὡς ἀλλότριον γεγονότα αὐτοῦ διὰ τοῦ προσνεῦσαι τοῖς οὐκ οὖσι θεοῖς.
Μετάφραση
Ποιους δε αυτούς; Προφανώς τους χωνευτούς θεούς. Διότι οι διδάσκαλοι των Ιουδαίων, ενώ υποκρίνονταν θεοσέβεια και έστω φαινομενικά υπέτασσαν τον αυχένα στα νομικά θεσπίσματα, έκρυβαν στον νου και την καρδιά τους τη νόσο της αποστασίας, προσκυνώντας ανύπαρκτους θεούς· και, κλείνοντάς τους στα εσωτερικά δωμάτια των ίδιων τους των σπιτιών, προσέφεραν κρυφά θυσίες. Έχει γραφτεί εξάλλου στον Ιεζεκιήλ: «Υιέ ανθρώπου, σκάψε. Και έσκαψα λοιπόν στον τοίχο. Και είδα, λέει, και ιδού κάθε ομοίωμα ερπετού και κτήνους, και όλα τα είδωλα του οίκου Ισραήλ να είναι ζωγραφισμένα ολόγυρα πάνω του. Και μου είπε: Είδες, υιέ ανθρώπου; Μήπως είναι μικρά για τον οίκο Ισραήλ αυτά που κάνει ο καθένας στον κρυφό κοιτώνα του;» Πρόσεξε λοιπόν πώς ο καθένας τους, έχοντας στον κρυφό κοιτώνα του την παγίδα που του είχε στηθεί, δηλαδή την ειδωλολατρία, υποκρινόταν τον σεβασμό των νόμων. Γι' αυτόν τον λόγο λέει: Έγιναν λεία, και δεν υπήρχε κανείς να τους γλιτώσει από την αρπαγή, και δεν υπήρχε αυτός που θα έλεγε, Δώσε πίσω. Διότι, εφόσον ο Θεός δεν τους προστάτευε, ποιος θα τους γλίτωνε από μια τόσο βαριά και αγιάτρευτη συμφορά; Και εφόσον Εκείνος δεν επέπληττε αυτούς που τους άρπαζαν, ποιος θα τους έλεγε, Δώσε πίσω; Διότι ο Θεός δεν τους αναζήτησε πλέον ως δικό Του κλήρο, αλλά μάλλον τους εγκατέλειψε, σαν να είχαν γίνει ξένοι προς Αυτόν, επειδή στράφηκαν σε ανύπαρκτους θεούς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες