Λέγει γὰρ οὕτω πάλιν· «Καὶ ἀνέκραγεν εἰς τὰ ὦτά μου φωνῇ μεγάλῃ, λέγων· Ἤγγικεν ἡ ἐκδίκησις τῆς πόλεως· καὶ ἕκαστος εἶχε τὰ σκεύη τῆς ἐξολοθρεύσεως ἐν χειρὶ αὑτοῦ· καὶ ἰδοὺ ἓξ ἄνδρες ἤρχοντο ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πύλης τῆς πρὸς Βορᾶν βλεπούσης, καὶ ἑκάστου πέλυξ ἐν τῇ χειρὶ αὑτοῦ, καὶ εἷς ἀνὴρ ἐν μέσῳ αὐτῶν ἐνδεδυκὼς ποδήρει καὶ ζώνῃ σαπφείρου ἐπὶ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ. Καὶ εἶπεν ἀκούοντός μου· Πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ εἰς τὴν πόλιν, καὶ κόπτετε, καὶ μὴ φείδεσθε τοῖς ὀφθαλμοῖς ὑμῶν· καὶ μὴ ἐλεήσητε πρεσβύτερον, καὶ νεανίσκον, καὶ παρθένον, καὶ νήπια, καὶ γυναῖκας ἀποκτείνατε εἰς ἐξάλειψιν· ἐπὶ δὲ πάντας ἐφ᾽ οὕς ἐστι τὸ σημεῖον, μὴ ἐγγίσητε.» Ἀκούεις ὅπως ἄκρατόν τινα καὶ ἀπηνῆ, καὶ τοῖς λεληθότως δυσσεβεῖν ἑλομένοις ἐπιψηφίζεται κόλασιν; Ἐπαθρεῖ γὰρ τὴν ἑκάστου καρδίαν καὶ περιεργάζεται Θεός· καὶ ὁλόῤῥιζον μὲν ἀπολύει τὸν ὑβριστὴν, καὶ τοῖς τῆς διψυχίας ἐγκλήμασιν ἔνοχον· κατασφραγίζει δὲ τῇ ἄνωθεν χάριτι τὸν ὁλοτρόπως αὐτῷ προσκείμενον, καὶ μόνον αὐτὸν εἰδότα Θεόν.
Μετάφραση
Διότι λέει πάλι έτσι: «Και έκραξε στα αυτιά μου με φωνή μεγάλη, λέγοντας: Πλησίασε η εκδίκηση της πόλης· και καθένας είχε τα όργανα της εξολόθρευσης στο χέρι του. Και ιδού, έξι άνδρες έρχονταν από τον δρόμο της πύλης που βλέπει προς τον Βορρά, και καθένας είχε πέλεκυ στο χέρι του, και ένας άνδρας ανάμεσά τους ήταν ντυμένος με ποδήρη χιτώνα και είχε ζώνη από ζαφείρι στη μέση του. Και είπε, ενώ εγώ άκουγα: Πηγαίνετε πίσω του μέσα στην πόλη, και κατακόψτε, και ας μην τους σπλαχνιστούν τα μάτια σας· και να μην ελεήσετε γέροντα, νέο, παρθένο, νήπια και γυναίκες, αλλά σκοτώστε τους μέχρις εξαλείψεως· σε όσους όμως υπάρχει το σημείο, μην πλησιάσετε.» Ακούς πώς επιδικάζει μια απόλυτη και σκληρή τιμωρία σε όσους επέλεξαν να ασεβούν κρυφά; Διότι ο Θεός παρατηρεί και ερευνά την καρδιά του καθενός· και αποβάλλει σύρριζα τον υβριστή και τον ένοχο για τα σφάλματα της διψυχίας, ενώ σφραγίζει με την άνωθεν χάρη εκείνον που είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένος σε Αυτόν και αναγνωρίζει μόνο Αυτόν ως Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες