Καὶ γέγονεν ὡς ἠξίωσε· καὶ ἀφείθη ἡ αἰχμαλωσία. Τότε γὰρ ἐπληρώθη καὶ τὰ ἑξήκοντα ἔτη τῆς ὀργῆς. Εἰσὶ δὲ οἱ ἀναβάντες ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας ἀπὸ Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν, καὶ οἱ Λευῗται πάντες ὁμοῦ τὸν ἀριθμὸν μυριάδες τέσσαρες καὶ δισχίλιοι καὶ τριακόσιοι καὶ ἑξήκοντα· παῖδες δὲ αὐτῶν καὶ παιδίσκαι, ζτλδʹ· οἱ ᾄδοντες σμεʹ· κάμηλοι υλεʹ· ὄνοι ϛψκʹ. Καὶ οἱ μὲν οἰκοδομοῦντες ἦσαν Ζοροβάβελ, καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ἰωσεδὲκ, καὶ Νεεμίας· ὁ δὲ Ἔσδρας, εὐφυὴς ὢν ἐν τῷ νόμῳ, αὐτὸς προεκόμισε τὸν νόμον καὶ ἀνέγνω, καὶ διετύπωσε πάντα τὰ κατὰ τὸ ἱερὸν, καὶ τοὺς Λευΐτας αὐτὸς ἔδειξεν ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἐποίησεν ἐκβληθῆναι τὰς ἀλλογενεῖς γυναῖκας ἀπὸ τῶν λαβόντων αὐτὰς ἐν καιρῷ τῆς αἰχμαλωσίας.
Μετάφραση
Και έγινε όπως το αξίωσε· και τερματίστηκε η αιχμαλωσία. Διότι τότε συμπληρώθηκαν και τα εξήντα έτη της οργής. Εκείνοι δε που ανέβηκαν από την αιχμαλωσία από τη φυλή του Ιούδα και του Βενιαμίν, καθώς και όλοι οι Λευίτες, ήταν συνολικά σε αριθμό σαράντα δύο χιλιάδες τριακόσιοι εξήντα· οι δούλοι και οι δούλες τους επτά χιλιάδες τριακόσιοι τριάντα τέσσερις· οι ψάλτες διακόσιοι σαράντα πέντε· οι καμήλες τετρακόσιες τριάντα πέντε· οι όνοι έξι χιλιάδες επτακόσια είκοσι. Και εκείνοι μεν που ανέλαβαν την ανοικοδόμηση ήταν ο Ζοροβάβελ, ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσεδέκ, και ο Νεεμίας· ο δε Έσδρας, όντας άριστος γνώστης του νόμου, προσκόμισε ο ίδιος τον νόμο και τον ανέγνωσε, και διευθέτησε όλα τα σχετικά με τον ναό, και αυτός υπέδειξε τους Λευίτες σύμφωνα με τον νόμο, και ενήργησε ώστε να αποπεμφθούν οι αλλοεθνείς γυναίκες από εκείνους που τις είχαν λάβει ως συζύγους την περίοδο της αιχμαλωσίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες