ΟΜΙΛΙΑ Βʹ. Ἔπειτα δὲ διὰ δεκατεσσάρων ἐτῶν ἀνέβην εἰς Ἱεροσόλυμα μετὰ Βαρνάβα, συμπαραλαβὼν καὶ Τίτον· ἀνέβην δὲ κατὰ ἀποκάλυψιν. αʹ. Τῆς μὲν πρώτης ἀναβάσεως τὴν αἰτίαν Πέτρον εἶναί φησι, καὶ τὸ ἱστορῆσαι ἐκεῖνον· τῆς δὲ δευτέρας, τὴν ἀποκάλυψιν τὴν τοῦ Πνεύματος. Καὶ ἀνεθέμην αὐτοῖς τὸ Εὐαγγέλιον, ὃ κηρύσσω ἐν τοῖς ἔθνεσι, κατ᾽ ἰδίαν δὲ τοῖς δοκοῦσι, μή πως εἰς κενὸν τρέχω, ἢ ἔδραμον. Τί φὴς, ὦ Παῦλε; ὁ παρὰ τὴν ἀρχὴν μὴ ἑλόμενος, ἀναθέσθαι μηδὲ μετὰ ἔτη τρία δεκατεσσάρων παρελθόντων ἐτῶν, τότε ἀνατίθῃ, μή πως εἰς κενὸν τρέχῃς; Καὶ πόσῳ βέλτιον ἦν εὐθέως ἀρξάμενον τοῦτο ποιῆσαι, ἢ μετὰ ἔτη τοσαῦτα; Τί δὲ καὶ ἔτρεχες, εἰ μὴ πεπεισμένος ἦς, ὅτι οὐκ εἰς κενὸν ἔτρεχες; τίς οὕτως ἀνόητος, ὡς ἔτη τοσαῦτα κηρύττειν, οὐκ εἰδὼς ὅτι κηρύττει καλῶς; Καὶ τὸ πολὺ τούτου πάλιν ἀπορώτερον, ὅτι κατὰ ἀποκάλυψίν φησιν ἀνεληλυθέναι. Τοῦτο γὰρ ἀπορώτερον μὲν, ὥσπερ ἔφθην εἰπὼν, τοῦ προτέρου, ἱκανὸν δὲ κἀκείνου τὴν λύσιν ἡμῖν παρασχεῖν. Εἰ μὲν γὰρ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀνῆλθε, μάλιστα μὲν οὐδὲ τοῦτο ἂν ἔχοι λόγον· οὐ γὰρ ἦν τῆς μακαρίας ἐκείνης ψυχῆς εἰς τοσαύτην ἄνοιαν ἐμπεσεῖν· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ λέγων, Οὕτω τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως, οὕτω πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων. Εἰ τοίνυν οὐκ ἀδήλως, πῶς λέγεις, Μή πως εἰς κενὸν τρέχω, ἢ ἔδραμον;
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ Β'. Έπειτα, μετά από δεκατέσσερα χρόνια, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα με τον Βαρνάβα, παίρνοντας μαζί μου και τον Τίτο· ανέβηκα δε κατόπιν αποκαλύψεως. α'. Αναφέρει ότι η αιτία της πρώτης αναβάσεως ήταν ο Πέτρος και η επιθυμία να τον γνωρίσει· της δεύτερης όμως, η αποκάλυψη του Πνεύματος. «Και τους εξέθεσα το Ευαγγέλιο που κηρύσσω στους εθνικούς, ιδιαιτέρως δε στους επιφανείς, μήπως τυχόν τρέχω ή έτρεξα μάταια». Τι λες, Παύλε; Εσύ που στην αρχή δεν επέλεξες να το εκθέσεις ούτε μετά από τρία χρόνια, τώρα, αφού παρήλθαν δεκατέσσερα χρόνια, το εκθέτεις, μήπως τυχόν τρέχεις μάταια; Και πόσο καλύτερο θα ήταν να το κάνεις αυτό ευθύς μόλις άρχισες, παρά μετά από τόσα χρόνια; Και γιατί έτρεχες, αν δεν ήσουν πεπεισμένος ότι δεν έτρεχες μάταια; Ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να κηρύττει τόσα χρόνια, μη γνωρίζοντας ότι κηρύττει ορθά; Και αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη απορία, πάλι, είναι ότι αναφέρει πως ανέβηκε κατόπιν αποκαλύψεως. Διότι αυτό προκαλεί μεν μεγαλύτερη απορία, όπως μόλις προείπα, από το προηγούμενο, είναι όμως ικανό να μας δώσει τη λύση και για εκείνο. Αν, δηλαδή, ανέβαινε από δική του πρωτοβουλία, τότε μάλιστα ούτε αυτό θα είχε λογική εξήγηση· διότι δεν θα ήταν δυνατόν η μακάρια εκείνη ψυχή να περιπέσει σε τέτοια ανοησία· αφού ο ίδιος είναι που λέει: «Έτσι τρέχω, όχι στα αβέβαια, έτσι πυγμαχώ, όχι χτυπώντας τον αέρα». Αν λοιπόν δεν τρέχεις στα αβέβαια, πώς λες: «Μήπως τυχόν τρέχω ή έτρεξα μάταια;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες