Ἐνδύσασθαι ἠθέλησας· ἐγένετό σοι ἱμάτιον· Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Νύμφη ἠθέλησας γενέσθαι· ἐγένετό σοι νυμφίος· Ὁ ἔχων τὴν νύμφην, νυμφίος ἐστίν. Ἠθέλησας· ἐγένετό σοι ἀνήρ· Ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρὶ παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ. Πόρνη ἦς, καὶ ἐγένου παρθένος. Ὢ καινῶν καὶ παραδόξων πραγμάτων! Ἐπὶ τῶν ἔξωθεν ὁ γάμος τὴν παρθενίαν διαλύει, ἐπὶ δὲ τῶν πνευματικῶν πόρνην ἔλαβε, καὶ παρθένου ἐποίησε σεμνοτέραν. Ἑρμήνευσον, ὦ αἱρετικὲ, πῶς ἡ πόρνη παρθένος. Περιεργάσασθαι οὐ δύναμαι· πίστει δὲ κατέχομαι. Ταῦτα δὲ πάντα ἡ τοῦ Πνεύματος ἐποίησε χάρις. Ἐξεχύθη ἡ χάρις, Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι αἱ γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός· οὐχὶ πυρὸς, ἀλλ᾽ Ὡσεὶ πυρός. Εἰ πῦρ, πῶς οὐκ ἐκαίοντο; ἐρωτᾷ ὁ Ἰουδαῖος. Μᾶλλον δὲ ἐγὼ τὸν Ἰουδαῖον ἐρωτῶ, πῶς οὐκ ἔκαιε τὴν βάτον φρυγανῶδες ξύλον; Τί πυρὸς σφοδρότερον; τί βάτου εὐτελέστερον; καὶ οὔτε τὸ ξύλον ἐκαίετο, οὔτε τὸ πῦρ ἐσβέννυτο. Καὶ πάλιν, πῶς τὰ σώματα τῶν τριῶν παίδων οὐ κατέκαυσεν, ἀλλ᾽ ἡ κάμινος εἰς δρόσον μετεβάλλετο, καὶ τοὺς ἄνθρακας ῥοδῶνα ἐνόμιζον;
Μετάφραση
Θέλησες να ενδυθείς· έγινε για σένα ένδυμα· «Διότι όσοι βαπτιστήκατε στον Χριστό, ενδυθήκατε τον Χριστό». Θέλησες να γίνεις νύμφη· έγινε για σένα νυμφίος· «Εκείνος που έχει τη νύμφη, είναι ο νυμφίος». Το θέλησες· έγινε για σένα σύζυγος· «Διότι σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να σας παρουσιάσω ως αγνή παρθένο στον Χριστό». Πόρνη ήσουν, και έγινες παρθένος. Ώ, καινούργια και παράδοξα πράγματα! Στα κοσμικά πράγματα ο γάμος διαλύει την παρθενία, στα πνευματικά όμως έλαβε πόρνη και την έκανε πιο σεμνή από παρθένο. Ερμήνευσε, ω αιρετικέ, πώς η πόρνη είναι παρθένος. Δεν μπορώ να το ερευνήσω με τη λογική· το αποδέχομαι όμως με την πίστη. Και όλα αυτά τα έκανε η χάρη του Πνεύματος. Ξεχύθηκε η χάρη, «Και παρουσιάστηκαν σε αυτούς γλώσσες που διαμοιράζονταν σαν να ήταν από φωτιά»· όχι φωτιά, αλλά «σαν από φωτιά». Εάν ήταν φωτιά, πώς δεν καίγονταν; ερωτά ο Ιουδαίος. Μάλλον όμως εγώ ερωτώ τον Ιουδαίο, πώς δεν έκαιγε τη βάτο, που ήταν ένα εύφλεκτο φρύγανο; Τι είναι πιο σφοδρό από τη φωτιά; Τι πιο ευτελές από τη βάτο; Και ούτε το ξύλο καιγόταν, ούτε η φωτιά έσβηνε. Και πάλι, πώς δεν κατέκαψε τα σώματα των τριών παίδων, αλλά το καμίνι μεταβαλλόταν σε δροσιά, και θεωρούσαν τα αναμμένα κάρβουνα ως ροδώνα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες