Νοῦ γὰρ ἐπέκεινα παντὸς ἡ Θεοῦ φύσις. Εἶτα πῶς, εἴπερ ἐστὶν ἐκτισμένος καὶ γενητός, εἰδείη μὲν ἂν αὐτός τε καὶ μόνος τὸν Πατέρα, μόνος δὲ αὖ ὑπὸ μόνου γνωρίζοιτο τοῦ Πατρός; Καίτοι τὸ μὲν φύσιν εἰδέναι Θεοῦ παντὶ δήπου πάντως ἀνέφικτον γενητῷ, τὸ δὲ ἐξεπίστασθαί τι τῶν κεκλημένων εἰς γένεσιν ὅ τί ποτ᾽ ἔστιν οὐκ ἂν ὑπερθρῴσκοι πάντα νοῦν, εἰ καὶ ἀνῴκισταί πως τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς. Οὐκοῦν εἰ μόνος αὐτὸς ἔγνωκε τὸν Πατέρα, καὶ αὖ ὑπὸ μόνου γινώσκεται τοῦ Πατρός, διαπέφευγεν εἰκότως τὴν ἐπὶ τῷ πεποιῆσθαι γραφήν τε καὶ δόξαν. Μόνη γὰρ οἶδεν ἑαυτὴν ἡ ἀνωτάτω καὶ ἀπόρρητος φύσις, καὶ τοῖς εἰς τὸ εἶναι παρενηνεγμένοις ἀστιβὲς τὸ χρῆμα παντελῶς. Β. Ἀστιβὲς μὲν οὖν καὶ ἀνέμβατον, ἐπείτοι νοῦ παντὸς προσωτέρω Θεός. Α. Ἐκτίσθαι δὲ ὅλως πῶς ἂν καὶ λέγοιτο πρὸς ἡμῶν ὁ Υἱός, καίτοι διακεκραγότος ὡδὶ τοῦ σοφωτάτου Παύλου· «Λέγω δέ, ἐφ᾽ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλ᾽ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός· οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.»
Μετάφραση
Διότι η φύση του Θεού βρίσκεται πέρα από κάθε νου. Έπειτα πώς, αν είναι κτιστός και δημιουργημένος, θα γνώριζε μόνο αυτός τον Πατέρα, και πάλι μόνος αυτός θα γνωριζόταν μόνο από τον Πατέρα; Αν και το να γνωρίζει κανείς τη φύση του Θεού είναι προφανώς εντελώς ανέφικτο για κάθε κτιστό ον, το να γνωρίζει πλήρως τι είναι καθένα από τα όντα που έχουν έρθει στην ύπαρξη δεν θα ξεπερνούσε κάθε νου, έστω κι αν αυτός απέχει κάπως από τον δικό μας. Επομένως, αν μόνος αυτός γνωρίζει τον Πατέρα, και πάλι γνωρίζεται μόνο από τον Πατέρα, εύλογα διαφεύγει από την κατηγορία και την αντίληψη ότι είναι δημιούργημα. Διότι μόνο η ανώτατη και απόρρητη φύση γνωρίζει τον εαυτό της, και για όσους έχουν έλθει στην ύπαρξη αυτό είναι παντελώς απρόσιτο. Β. Πράγματι είναι απρόσιτο και απάτητο, επειδή ο Θεός είναι πέρα από κάθε νου. Α. Πώς όμως θα μπορούσε καθόλου να λέγεται από εμάς ότι ο Υιός είναι κτίσμα, όταν ο σοφότατος Παύλος διακηρύσσει έντονα τα εξής: «Λέγω δε, εφόσον χρόνο ο κληρονόμος είναι νήπιο, σε τίποτα δεν διαφέρει από δούλο, αν και είναι κύριος όλων, αλλά είναι υπό την εξουσία επιτρόπων και οικονόμων μέχρι την προθεσμία που όρισε ο πατέρας· έτσι και εμείς, όταν ήμασταν νήπιοι, ήμασταν υποδουλωμένοι στα στοιχεία του κόσμου· όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, απέστειλε ο Θεός τον Υιό του, ο οποίος γεννήθηκε από γυναίκα, ο οποίος υποτάχθηκε στον νόμο, για να εξαγοράσει αυτούς που ήταν υπό τον νόμο, ώστε να λάβουμε την υιοθεσία.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες